Όσοι αυτοχαρακτηρίζονται ορθολογιστές (εμού συμπεριλαμβανομένου) ας μην γελιόνται άλλο και ας μην κρύβονται πια πίσω από το ρεαλιστικό τους δάχτυλο: η επώδυνη – ή ευχάριστη, ανάλογα με την οπτική γωνία – αλήθεια είναι ότι το παραμύθι και η παραμυθία χρειάζονται, είναι απαραίτητα και αποτελούν ουσιαστικό κομμάτι οποιουδήποτε πολιτισμικού status quo. Ο κινηματογράφος φυσικά αγκάλιασε το παραμύθι – αναμενώμενο, μια και όλες τις μορφές τέχνης έχουν σχέση σχεδόν ερωτική μεταξύ τους -, άλλοτε με πανέμορφα αποτελέσματα, άλλοτε όχι. Στην πρώτη κατηγορία αναμφίβολα ανήκει το “Ladyhawke”. Πέρασε καιρός από τότε που το πρωτοείδα αλλά, σαν το παλιό, καλό κρασί, την τελευταία φορά που το πέτυχα, μου φάνηκε ομορφότερο από ποτέ.
Η ιστορία διαδραματίζεται στην μεσαιωνική Ιταλία, στην πόλη Aquilla, από τα διαβόητα μπουντρούμια της οποίας δραπετεύει ο πιτσιρικάς αλλά ικανότατος κλέφτης Phillipe Gaston, ή αλλιώς, Phillipe ο Ποντικός. Μπροστά στην πιθανότητα ξεσηκωμού εξαιτίας του πρωτοφανούς γεγονότος, ο σατανικός Επίσκοπος της Aquilla εξαπολύει ανθρωποκυνηγητό για την σύλληψη του Gaston, ο οποίος διασώζεται την τελευταία στιγμή χάρη στην παρέμβαση ενός μαυροντυμένου, μυστηριώδους ιππότη, του Ettiene της Ναβάρας. Από την στιγμή εκείνη, ο Phillipe βρίσκεται στη μέση ενός παραμυθιού στο οποίο πρωταγωνιστούν ο ίδιος ο Ettiene, ενα γεράκι που τον ακολουθεί παντού, ένας μεθύστακας αλλά καλοσυνάτος ιερομόναχος και μια πανέμορφη γυναίκα που εμφανίζεται μόνο την νύχτα, συνοδευόμενη από έναν τεράστιο, μαύρο λύκο.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του ιππότη Ettiene βρίσκεται ο Ολλανδός Rutger Hauer, στο απόγειο της καριέρας του – λίγο μετά από το κορυφαίο “Blade Runner” και λίγο πριν το ανατριχιαστικό “Hitcher”. Σωστή επιλογή θα μπορούσα να πω, μια και το παγερό του βλέμμα έρχεται σε ευχάριστη αντίθεση με τον φωτεινό,ανδρείο και ιδεαλιστικό χαρακτήρα του Ettiene, τον οποίο προσεγγίζει με επαγγελματισμό και αξιοπρέπεια, χωρίς να τον φορτώνει με υπερβολές. Δίπλα του ο, πιτσιρικάς τότε, Matthew Broderick, τον οποίο δεν χανετε τίποτε αν δεν τον θυμάστε στο πρόσφατο τερατούργημα – μάλλον…δεινοσαυρούργημα! – του Ronald Emmerich, το “Godzilla”, αλλά μάλλον αξίζει τον κόπο να τον δείτε στο “Glory” του 1989. Ως πιτσιρικάς Phillipe Gaston, ο Broderick δένει ευχάριστα με την πλοκή και την ατμόσφαιρα της ταινίας, προσφέροντας τον απαραίτητο sidekick και την σωστή δόση “πλακίτσας”. Τέλος, η πραγματική θεά (επιτρέψτε μου την υπερβολή, μια και τυγχάνω επί χρόνια ερωτευμένος μαζί της!) Michelle Pfeiffer μπορεί να προσφέρει τα απολύτως απαραίτητα από πλευράς ερμηνείας (προηγείται μόνο το “Scarface” στο παλμαρέ της, ενώ τα καλά – “Dangerous Liaisons”,”Batman Returns”,”Love Field”, “Frankie & Johnnie”-, θα έρθουν μετά για να την αναδείξουν στην σπουδαία ηθοποιό που είναι σήμερα), αλλά και μόνο η θέαση των ανατριχιαστικά όμορφων ματιών της και της αιθέριας μορφής της, φτάνει και περισσεύει.
Σε δεύτερους ρόλους, ο πολυπράγμων καρατερίστας Leo McKern (“Omen”) στον ρόλο του μπεκρή ιερέα Imperius είναι χαριτωμένος και αρκούντως χοντρούλης, ενώ πολύ καλός “κακός” είναι και ο John Wood του “Chocolat” στον ρόλο του σατανικού Επισκόπου. Κι ενα μικρό, ευχαριστο πέρασμα του Alfred Molina (αγαπημένος!) στον ρόλο του brutal, βρωμύλου λυκοκυνηγού Cezar.
Ο παραμυθάς Richard Donner σκηνοθετεί σε ένα είδος στο οποίο είναι “μανούλα” (“Goonies”,”Legend”) και κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα. Μεσαίωνας, πανάρχαιες κατάρες, περιπέτεια, έρωτας και μια γενναία δόση χιούμορ, πρωταγωνιστούν και στο σενάριο του Ed Khmara (“Enemy Mine”) το οποίο, αν και σχηματικό και προβλέψιμο, εξελίσσεται με σεβασμό απέναντι το κινηματογραφικό είδος το οποίο υπηρετεί. Πανέμορφη η φωτογραφία του Vittorio Storaro, καθώς και τα σκηνικά και κοστούμια, και άκρως εξυπηρετικά ο ήχος και τα ειδικά εφέ που τσίμπησαν και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ, αλλά μάλλον από κεκτημένη ταχύτητα.
Α, ξέχασα! Στην μουσική ο Alan Parsons των Alan Parsons Project: όμορφη, μοντέρνα και ατμοσφαιρική.
Το “Ladyhawke” προσφέρεται γενικά για δύο ώρας ανεμελιάς και αποτοξίνωσης. Είναι μια ταινία η οποία δεν προσφέρεται για υπερκατανάλωση, αλλά για ένα ευχάριστο βράδυ με πίτσα και καλή παρέα. Και, μεταξύ μας, χάρηκα πολύ που την ξαναείδα μετά από τόσο καιρό.



Bαθμολογία……….7
International Movie Database: http://www.imdb.com/title/tt0089457
Trivia:Σαν promotion,διαδώθηκε ότι το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο σε κάποιον μεσαιωνικό ευρωπαϊκό μύθο. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Από την άλλη, η Isabeau του Anjou, την οποία υποδύεται η Michelle Pfeiffer, βασίζεται μάλλον στην υπαρκτή Isabella του Anjou, νύφη του Ερρίκου Α’ και Ηγουμένη του Αββαείου του Fontervraud.




Η στιγμή του αποχωρισμού δεν είναι ποτέ εύκολη, για κανέναν. Όταν έχεις ζήσει τόσα πολλά με έναν άνθρωπο, όταν έχεις περάσει μέσα από φωτιά και χαλάζι μαζί του, όταν έχεις ερωτευτεί και έχεις μισήσει όσα έχει ερωτευτεί και μισήσει ο ίδιος, το “αντίο” μοιάζει αδύνατο, κλείνει τον λαιμό σου με έναν αβάσταχτο κόμπο, ώσπου στο τέλος νοιώθεις κενός όταν καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην πραγματικη ζωή. Συμβαίνει και στην μεγάλη οθόνη. Ή, μάλλον, στην σχέση που αναπτύσσεις με την μεγάλη οθόνη, όταν ζεις μπροστά της για όσο καιρό μπορείς να θυμάσαι τον εαυτό σου. Και, σας διαβεβαιώνω, είναι το ίδιο επώδυνο. Όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους, με ένα αδιόρατο σφίξιμο, έπιασα τον εαυτό μου να μιμήται τον John Cusak στο “Hi Fidelity”: “Thanks, Boss!”. Και, φυσικά, ξαναπάτησα το Play.



Είναι γεγονός ότι ποτέ δεν συμπαθούσα τους υπερήρωες. Κατ’ επέκταση, οι ταινίες με πρωταγωνιστές υπερήρωες περνούσαν στα ψιλά της κινηματογραφικής μου παιδείας. Το όλο concept – θεματική αν προτιμάτε – είναι ξεπερασμένο και παλιομοδίτικο: ένας απλός άνθρωπος στην αρχή (λίγοι είναι οι υπερήρωες που δεν ανήκουν στο είδος μας), μετά από κάποιο ατύχημα ή καπρίτσιο (θέλετε ραδιενεργή αράχνη, θέλετε επιστημονικό πείραμα που πηγαίνει στραβα, θέλετε γενετική ανωμαλία…το θέμα είναι ότι ποτέ δεν γίνεται εσκεμμένα) συνειδητοποιεί την μοναδικότητά του και αρχίζει να την χρησιμοποιεί για το γενικό καλό. Κάπου εκεί οι κακοί αρχίζουν να ξεφυτρώνουν σα τα μανιτάρια, συνήθως με παρεμφερείς ικανότητες ή αστείρευτα αποθέματα χρήματος και πάντα με την μανία να κατακτήσουν τον κόσμο. Βάλτε στην συνταγή και την απαραίτητη γκόμενα-μπιμπελό-αντικείμενο του πόθου, και η όποια πιθανότητα πρωτοτυπίας παει περίπατο.



Ένα ερώτημα που σε βασανίζει επίμονα, σαν χαλασμένο δόντι: όσο κι αν σ’ενοχλεί, όσο κι αν θες να το αγνοήσεις, δεν μπορείς. Το σκαλίζεις με την γλώσσα, τρίβεις το μάγουλό σου, εκεί που πιέζεις τον εαυτό σου, αυτό επιστρέφει, μ’εκείνο το μουντό σφυροκόπημα που δεν είναι ακριβώς πόνος, αλλά κάτι χειρότερο, ένας παλμός στα νεύρα σου, ένα εκνευριστικό γαργάλημα, προορισμένο ή να υποχωρήσει ή να σε τρελάνει. Ένα ερώτημα…ένα αίνιγμα…ένα μυστήριο, ένας λαβύρινθος φτιαγμένος από τον ίδιο τον Διάβολο, χωρίς έξοδο, χωρίς λύση, χωρίς απάντηση. Αλλά συνεχίζεις … και συνεχίζεις…και συνεχίζεις… ώσπου να πέσεις κάτω ξερός. Ένα ερώτημα … ένα αίνιγμα…ένα μυστήριο:”Ποιος είναι ο Keyzer Soze;”


Πάει καιρός από τότε που ξεμπέρδεψα με το βάσανο της θητείας αλλά, ακόμα και τώρα, νοιώθω μια αναγούλα όταν βλέπω στρατιωτικό. Δεν θα το έλεγα φόβο, ούτε μίσος. Είναι μάλλον μια αίσθηση ματαιότητας, η σκέψη ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει ούτε πρόκειται να αλλάξει, εκείνο το κενό στο στομάχι κάθε φορά που η λογική σου δέχεται την σφοδρή επίθεση της πραγματικότητας του στρατοπέδου. Ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, μικρά πράγματα έρχονται και ξυπνάνε μέσα μου αυτά τα συναισθήματα, τραβάνε πονηρά στο φως τις αναμνήσεις που έχω προσεκτικά καταχωνιάσει στα πιό βαθιά συρτάρια του μυαλού μου. Το “Jarhead” είναι ένα από τα μικρά αυτά πράγματα. Και αυτό που μου ξύπνησε είναι η πιό σημαντική συνειδητοποίηση που είχα όταν υπηρετούσα: πόσο απαίσιο είναι να σε αναγκάζουν να κάνεις κάτι εντελώς ανούσιο.


Υπήρξαν πολλές απόπειρες – και πέρασαν πολλές ώρες – μέχρι να σκεφτώ μια εισαγωγή για ένα post στην “Πτώση” του Oliver Hirschbiegel, ώσπου κατάλαβα κάτι. Καμία εισαγωγή δεν είναι αρκετή για μια ταινία σαν αυτή. Ακόμη νοιώθω την ανατριχίλα στην πλάτη μου, ακριβώς έτσι όπως την ένοιωσα την πρώτη φορά που την είδα, ακόμη προσπαθώ να βρω λέξεις αλλά μένω άφωνος, έτσι όπως έμεινα άφωνος όταν, μετά από το τέλος των credits, πάτησα το play για μια ακόμη φορά. Το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι να παραφράσω την ατάκα του Bruce Sterling όταν έκανε την κριτική του για το “Neuromancer” του William Gibson: για κάτι τέτοιες στιγμές επινοήθηκε ο Κινηματογράφος!


Giallo…Ιταλιστί το κίτρινο. Λογοτεχνικό είδος αρχικά, το giallo έκανε την εμφάνισή του στην δεκαετία του ’20, προσπαθώντας να γίνει η ευρωπαϊκή απάντηση στην αμερικάνικη υποκουλτούρα του pulp. Πέρασε σχεδόν μισός αιώνας μέχρι το giallo να περάσει στο πανί, αρχικά ως κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων, σαν μοναδικό κινηματογραφικό είδος στη συνέχεια. Αγαπήθηκε και μισήθηκε, αγκαλιάστηκε και χτυπήθηκε αλύπητα, για να γίνει σήμερα ένα από τα πιό cult είδη της μεγάλης οθόνης. Χαρακτηριστικό του, το άφθονο αίμα, οι γραφικές σκηνές τρόμου και ο ακραίος ερωτισμός. Ο Dario Argento και ο Mario Bava φιγουράρουν σαν “αρχιερείς” για τους ορκισμένους λάτρεις του είδους, εγώ όμως προτιμώ να τιμώ σαν κορυφαίο τον Lucio Fulci. Και θα θεωρούσα ιεροσυλία να μην αφιερώσω ένα τουλάχιστον κινηματογραφικό post στο κατά γενική ομολογία αριστούργημά του, την “Έβδομη Πύλη της Κολάσεως”.


Παρίσι…Η Πόλη του Φωτός. Η πρωτεύουσα του έρωτα. Το λίκνο της μόδας, της κομψότητας, του παγκόσμιου στυλ. Και το κέντρο της υψηλής μαγειρικής. Το La Tour d’Argent, το Closerie des Lilas, το Pharamont και, φυσικά, το Maxim’s. Εστιατόρια που φιγουράρουν όχι μόνο σαν ναοί της γεύσης, αλλά σαν παγκόσμια ορόσημα για τους λάτρεις της ικανοποίησης του ουρανίσκου. Τι δουλειά λοιπόν μπορεί να έχει με όλα αυτά ένα ποντίκι; Μην απορείτε. Όλα είναι δυνατά όταν το χεράκι τους έχουν βάλει η δαιμόνια ομάδα της Pixar και ο Brad Bird.


Είναι η αγάπη ζήτημα αναμνήσεων; Φωλιάζει στο μυαλό μας ή κάπου αλλού; Μπορούμε να την σβήσουμε σα να μην υπήρξε ποτέ; Και, αν ναι, τι λόγο έχουμε να το κάνουμε;

