Adequatio Intellectus Et Rei

Blog για όλους και για όλα

Νυχτερίδες κι αράχνες

Posted by geysser στο Δεκεμβρίου 22, 2011

Πρώτη συνέπεια συγγραφικού μπλοκαρίσματος: επισκέπτεσαι το μπλογκ σου μετά από μήνες και αμέσως σε χτυπάει στα ρουθούνια μια μπόχα πολυκαιρισμένης μούχλας ανάκατη με την μυρωδιά στάσιμου νερού. Από τις γωνίες κρέμονται αράχνες μεγάλες σα σεντόνια, ενώ το πάτωμα είναι καλυμμένο από ένα παχύ στρώμα σκόνης. Τρομακτικό. Όχι τόσο το θεαμα αυτό καθεαυτο. Αλλα χεζεσαι πανω σου στην ιδέα οτι εσυ πρεπει να καθαρισεις.
Δευτερη συνεπεια συγγραφικου μπλοκαρίσματος: πληκτρολογεις σα μανιασμενος και, αφου φτάσεις στο σημειο να κανεις μια μικρή παυση για να διαβάσεις αυτά που έχει ξερασει το μυαλό σου, διαπιστωνεις εντρομος οτι κανείς φυσιολογικος άνθρωπος δεν ειναι ικανός να γράψει τέτοιες μαλακιες. Διάολε, ακόμα και η λίστα για τα ψώνια μοιάζει λογοτεχνικώς αρτια μπροστα σ’αυτά που έχεις αραδιάσει!
Κοιταζω λοιπόν την τελευταία ημερομηνία καταχώρισης. Εξι μήνες πάνω κάτω. Τι μου’χει συμβεί στο διάστημα αυτό; Όχι πολλά, είν’η αλήθεια κι εσύ, που περνάς απέξω σφυρίζοντας αδιαφορα, ξέρω ότι δεν δίνεις δεκάρα τσακιστή. Αλλά, σε πειράζει να τα γράψω; Όχι βέβαια.
Ό,τι δεν κατάφεραν χρόνια διαιτας και εθελοντικής στέρησης τροφής, το κατάφερε η οικονομική κρίση: έχασα γύρω στα είκοσι κιλά τον τελευταίο χρόνο. Πιθανολογώ ότι το αγχος μ’εχει βαρέσει κατακούτελα – άνεργος εδώ και έναν χρόνο, φυτοζωόντας σε μια πολίχνη όπου όλοι έχουν μετατραπεί σε ζόμπι, βάλε και τον πατέρα μου που περνάει τουλάχιστον δεκαπέντε ώρες την ημέρα παρέα με ένα κομπιουτεράκι και ένα πιεσόμετρο (τις υπόλοιπες εννιά ώρες τις μοιραζει δημιουργικά μεταξύ τουαλέτας, ύπνου και γαμωσταυριδιών προς την κατεύθυνση της τηλεόρασης) – κι αυτό επηρεάζει την ενδοκρινική μου ισορροπία. Ή, απλώς, μου’χει κοπεί η όρεξη. Ή μπορεί να μου’χει στρίψει. Τι απ’όλα, δεν ξέρω. Και μάλλον δεν έχει και τόση σημασία.
Μοναδικό φως στο τούνελ η πρόσφατη ενασχόλησή μου: Κινηματογραφική Λέσχη! Ω, ναι, εσύ που σφυράς αδιαφορα, έχω καλλιτεχνικές ανησυχείες και βρήκα τρόπο να τις εκφράσω! Η φίλη μου η Αφροδίτη μ’εμπασε στα κόλπα και μ’εψησε, και χαίρομαι γιαυτό – γνώρισα μερικά ενδιαφέροντα άτομα και βρήκα τρόπο να περάσω την ώρα μου. Προς το παρόν ο χρόνος μου εξαντλήται στο να σπαθίζω τα σωθικά του γιγαντιαίου τερατος της γραφειοκρατείας  ( δεν έχουμε αίθουσα και ο πολιτισμικός σύλλογος που μπορεί να μας παραχωρήσει μία σχετικά αξιοπρεπη αιθουσούλα για τις προβολές μας, μας έχει πρήξει τ’αντερα) αλλά αισθάνομαι ότι θα υπερνικήσουμε. Πως το’χε πει εκείνος ο Λατίνος; Audaces fortuna juvat. Σοφός ο μπαρμπα-Βιργίλιος.
Α, δεν σου’πα! Γράφω και βιβλίο! Τώρα, θα αναρωτιέσαι πως γίνεται και γράφω βιβλιο την στιγμή που δεν μπορώ να γράψω ούτε μια αναθεματισμένη σελίδα στο μπλογκ μου. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά η αλήθεια είναι πως το γράφω. Και το πιο κουλό; Δεν έχω ιδέα τι σκατά γράφω!
Τέλοσπάντων. Ξαναπέρασα από δω, είδα τις σκόνες, τις αράχνες κι εκείνο το μισοτελειωμένο post στην μια γωνία, και είπα να του ρίξω ένα ξεσκόνισμα. Που ξέρεις; Μπορεί και να ξαναπεράσω. Και δεν θα σου κρατήσω κακία αν σε δω να ξαναπερνάς από δω, σφυρίζοντας αδιάφορα, ρίχνοντας μόνο μια κρυφή ματιά σ’ετούτο το εγκαταλελημένο σπιτάκι. Το μόνο που ελπίζει να βρεί κανείς σε παλιά σπίτια, είναι φαντάσματα. Κι όταν διαπιστώσει πως δεν υπάρχουν, προχωράει και δεν ρίχνει δεύτερη ματιά πίσω του.

Posted in προσωπικά | Leave a Comment »

Επί το Λαϊκώτερον

Posted by geysser στο Ιουλίου 9, 2011

Ούτε που θυμάμαι πιά πόσο καιρό είχα να πάω σε μεζεδοπωλείο, και η ευκαιρία ήρθε χθες, με την ευκαιρία των γενεθλίων της Βίκυς. Η ιδέα δεν άνηκε σε κανέναν από τους δύο μας· ξεπήδηξε από το πανούργο κεφάλι της Χρύσας – στην οποία νομίζω έχω αναφερθεί σε προηγούμενα άρθρα – τακτικής θαμώνα του συγκεκριμένου εστιατορίου και, κατά κάποιο τρόπο, γειτόνισσας. Ένα μεζεδοπωλείο, γενικά, δεν ενδείκνυται για εορτασμούς γενεθλίων αλλά, από την άλλη, το προαναφερθέν τρίο (Βίκυ, Χρύσα και η αφεντιά μου) έχει την τάση να μην εντυπωσιάζεται από τυπικότητες. Εφοδιασμένοι λοιπόν με τα απαραίτητα δώρα για την φίλη μας, καθώς και με μια τούρτα η οποία ήταν εξαιρετική, ξεκινήσαμε για Πατήσια, Αγίας Λαύρας 13.

Χώρος: Δυστυχώς, η συγκοινωνία δεν πολυβολεύει. Η Λεωφόρος Γαλατσίου είναι κοντά, και αποτελεί ίσως τον πιο βολικό τρόπο πρόσβασης με τα αστικά λεωφορεία – το 608 κάνει στάση, νομίζω στην συμβολή Γαλατσίου και Αγίας Λαύρας – αλλά καλύτερα να έχετε αυτοκίνητο. Για Μετρό ούτε λόγος.
Με την πρώτη ματιά, ο χώρος δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, αλλά σίγουρα ικανοποιεί τους λάτρες του απλού και απέρριτου. Τούβλο στον εξωτερικό τοίχο και πλάκες στην αυλή, απαλά και ήρεμα χρώματα, μαζί με μια γενναία δόση πρασίνου. Μέσα στο εστιατόριο κυριαρχεί και πάλι η πέτρα και οι ματ αποχρώσεις, σε έναν συνδυασμό που χαλαρώνει και ξεκουράζει. Μικρές αστοχίες – όπως τα λίγο παλιά τραπεζομάντηλα, οι σχετικά άβολες καρέκλες και (θεός φυλάξει!) τα ποτήρια καφενείου – θα μπορούσαν να προληφθούν αλλά, γενικά, δεν καταδικάζουν ανεπανόρθωτα.

Σέρβις: Τι καλύτερο από το να σε υποδέχεται ο σερβιτόρος με ένα ζεστό και εγκάρδιο χαμόγελο, και με μια διάθεση η οποία δεν μειώθηκε ούτε στο ελάχιστο καθ’όλη την διάρκεια της, παρά την οικονομική κρίση, φορτωμένης βραδιάς; Όταν, στο τέλος, μας έφερε και την τούρτα με το κεράκι-ερωτηματικό αναμμένο, δεν δίστασε να επιστρατεύσει τις τραγουδιστικές του ικανότητες με μια ευδιαθεσία την οποία εγώ, ως γνωστός μουρτζούφλης και μισάνθρωπος, δεν συμμερίστηκα. Δεν πειράζει· το καθήκον του ως σερβιτόρος το διέπραξε στο ακέραιο, και μάλιστα σε έναν χώρο νευραλγικό και ουσιώδη για την εύρυθμη λειτουργία οποιουδήποτε εστιατορίου.

Φαγητό: Αν η συνολική εμπειρία χάνει κάποιους πόντους, αυτοί είναι δυστυχώς στο φαγητό. Όταν το μενού δεν επικεντρώνεται σε νεωτερισμούς και μοντέρνες προσεγγίσεις αλλά σε απλά, παραδοσιακά πιάτα, αυτά οφείλουν να εκτελούνται άψογα, χωρίς να παρεκκλίνουν στο ελάχιστο από το τέλειο. Προτιμήσαμε θαλασσινές γεύσεις, από τις οποίες υπάρχουν άφθονες αλλά, δυστυχώς, στην πλειοψηφία τους, κατεψυγμένες. Και, πριν με κατηγορήσετε για εκλεκτικό, πρέπει να ξέρετε ότι, γευστικά, το φρέσκο απέχει χιλιόμετρα από το κατεψυγμένο, η ιχθυόσκαλα του Κερατσινίου, καθώς και η Βαρβάκειος δεν αποτελούν απρόσιτες περιοχές και, τελευταίο, η σχέση τιμής-ποιότητας δεν χρειάζεται καν ανάλυση. Στο δια ταύτα, οι γαρίδες σαγανάκι ήταν το απόγειο, με την πλούσια σάλτσα που προσκαλούσε σε ανεπάληλλα μακροβούτια, αλλά με τις γαρίδες να πάσχουν από αυτό για το οποίο φωνάζω εδώ και χρόνια (μα, πότε οι μάγειροι θα καταλάβουν ότι οι γαρίδα πρέπει να είναι καθαρισμένη;) , η ψητή σαρδέλα χορταστική αλλά στεγνή (ή λιγότερο ψήσιμο, ή περισσότερα υγρά) και το γεμιστό καλαμάρι (ένα γενικά επικίνδυνο πιάτο) αρωματικό, με σωστή πυκνότητα γέμισης, αλλά σκληρό και με μια γαρνιτούρα η οποία ήταν περιττή. Η κάρτα του ούζου με το οποίο συνοδεύσαμε το μενού ήταν επαρκής αλλά, για σαράντα οχτώ ευρώ σύνολο, περίμενα καλύτερα αποτελέσματα.

Γενικά: Υπάρχει ένας κανόνας στον χώρο της γαστρονομίας ο οποίος είναι απαράβατος, και μπορεί να κάνει την διαφορά μεταξύ αποτυχίας και επιτυχίας: στα απλά πιάτα, το λάθος δεν κρύβεται.  Το «Επί το Λαϊκώτερον» έχει όλα τα προσόντα που οδηγούν στην επιτυχία, αλλά είναι ακόμα επιρρεπές σε αστοχίες που μπορεί να στοιχίσουν ακριβά. Μπορεί να γίνει καλύτερο. Και κατά την γνώμη μου, πρέπει.

Βαθμολογία….3/5

Posted in γαστρονομία | 1 Comment »

Δισκογραφικά και ελληνικά

Posted by geysser στο Μαΐου 9, 2011

Καιρό το γυρόφερνα, το κοίταζα από δω, το κοίταζα απο κει, τελικά είπα να κουνήσω λίγο τον – άνεργο πια – κώλο μου και να γράψω ένα ποστάκι. Έτσι, για να ξεσκουριάσω λίγο. Αφορμή; Τα μαύρα μας τα χάλια – ένα από τα πολλά χάλια, δηλαδή.
Προψές λοιπόν, στα πλατώ του Greek Idol, έγινε η απονομή του δεκαπεντάκις (!) πλατινένιου δίσκου του Γιάννη Πλούταρχου και του Al-Bano με τίτλο «Δυο Φωνές, Μια Ψυχή» (…που είναι να βγεί, ας βγει, συμπληρώνει ο συγγραφεύς), εν επισήμω και παρουσία του Διευθύνοντος Συμβούλου της Heaven, Μάκη Πουνέντη. Groupies απο κάτω να κουβαλάνε ΟΛΑ τα CDs του αγαπημένου τους καλλιτέχνη, να ξανεμίζουν τα στριγκάκια τους τσιρίζοντας λες και ο κωλοκόφτης τους είχε αρπάξει φωτιά, να επιδίδονται σε ανελέητο headbanging και ατελειωτο ξεμάλλιασμα στην θέα του ειδώλου Γιάννη Πλουτάρχου, ο οποίος απέδειξε για άλλη μια φορά γιατί είναι ο King of the World. Κι επειδή διακρίνω το απορημένο σου βλέμμα, αγαπητέ μου αναγνώστη, που πασχίζει να βρει μια απάντηση στο αναπόφευκτο ερώτημα : «Μα καλά, τι έπαθε ο κόπανος και το γύρισε στο ελαφρολαϊκό», επέτρεψέ μου να συνεχίσω. Όλες οι απορίες σου θα λυθούν.
Το point είναι σ’αυτό το «δεκαπεντάκις» που έγραψα παραπάνω. Είναι αλήθεια ότι, κάθε φορά που ακούω «Χρυσός ο δίσκος της Παπαρίζου»,»Πλατινένιος ο δίσκος του Πάριου»,»Μπακιρένιος ο δίσκος του Σπύρου Σπυράκου» και λοιπές δηλώσεις μουσικοδισκογραφικής υφής, κάτι αρχίζει να κυκλοφορεί ανεξέλεγκτα στο στομάχι μου. Από καιρό είχα αυτή την απορία: μα, πουλάνε τόσο; Η υπόθεση βρωμάει βέβαια, και βρώμαγε απ’εξ’απ’ανεκαθεν, αλλά,όταν άκουσα αυτό το «δεκαπέντε φορές πλατινένιος», είπα να αρχίσω λίγο το σκάψιμο. Κι όταν σκάβεις, βρίσκεις. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό που βρήκα δεν βρωμάει απλώς, ζέχνει σαν πανικόβλητο κουνάβι σε κλειστή τουαλέτα από στρατωνα.
Άκου δω, λοιπόν, να δεις τι γίνεται.
Υπεύθυνος φορέας για την δημοσίευση των charts και την αξιολόγηση των δίσκων εν Ελλάδι, είναι το ελληνικό παράρτημα της IFPI (International Federation of Phonographic Industry), το οποίο ακούει στο ακρωνύμιο Ε.Ε.Π.Η, ήτοι Ένωση Ελλήνων Παραγωγών Ηχογραφημάτων. Οι κανόνες της IFPI ορίζουν ότι οι μετρήσεις των πωλήσεων γίνονται από ορκωτούς λογιστές, και μετρούνται μόνο τα αντίτυπα που αγοράζονται από τα δισκοπωλεία. Τα όρια για χρυσούς και πλατινένιους ορίζονται με βάση την αγοραστική ισχύ της κάθε χώρας και, στην Ελλάδα, είναι 12.000 για πλατινένιο και 6.000 για χρυσό – νούμερα που μάλλον ταιριάζουν σε χώρα σαν το Τσιμπουτί, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Ας κάνουμε λοιπόν λίγα μαθηματικά.
Ο δίσκος του Πλούταρχου, έχοντας γίνει δεκαπέντε φορές πλατινένιος, έχει πουλήσει συνολικά 12.000 x 15=180.000 τουλάχιστον αντίτυπα. Ωραία; Ωραία. Έρχεται λοιπόν ο κύριος Χ και μου λέει εμένα ότι εκατόν ογδόντα χιλιάδες αντίτυπα του δίσκου του Πλουτάρχου βρίσκονται αυτή την στιγμή στα ελληνικά σπίτια και ακούγονται από ισάριθμους συμπολιτες μου. Ααααα, θαυμάζω εγώ. Αυτός ο Πλούταρχος είναι σημαντικός καλλιτέχνις! Πουλάει τρελά! Δεν μου αρέσει, αλλά οφείλω να τον σεβαστώ λιγουλάκι.
Η Αλήθεια όμως έρχεται να μου πει άλλα. Παπάρια μάντολες σημαντικός καλλιτέχνις. Βλέπεις, η Ε.Ε.Π.Η δεν μετράει αντίτυπα που πωλούνται στο κοινό. Μετράει τα πάντα. Αντίτυπα που πωλούνται, αντίτυπα που στέλνονται από τις δισκογραφικές στα δισκοπωλεία άχετα αν πουληθούν ή όχι, αντίτυπα που πωλούνται μαζί με εφήμερίδες και περιοδικά αντίτυπα που πωλούνται στα σούπερμαρκετ – μαζί με δύο γάλατα εβαπορέ, δώρο το καινούριο σιντι της Αννας Βίσσης. Συμπέρασμα πρώτο: μόνο ένα ποσοστό του συνολικού αριθμού ανταποκρίνεται σε πραγματικές πωλήσεις. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου δίσκου δεν ξεπερνάει τα τέσσερις χιλιάδες κομμάτια. Συμπέρασμα δεύτερο: τα πλατινένια του Πλουτάρχου είναι τόσο αληθινά όσο και τα βυζιά της Πάμελα Άντερσον.

Posted in επικαιρότητα | Leave a Comment »

Erasing…Rewind

Posted by geysser στο Δεκεμβρίου 17, 2010

Ώρα κάτι ψιλά μετά τις εννιάμιση και επιστρέφω φορτωμένος σα το γαϊδούρι από το σουπερμαρκετ, τσαντισμένος μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο με το μαλάκα τον Νεάντερταλ που με πήρε τηλέφωνο εφτάμιση η ώρα το πρωί για να ρωτήσει γιατί δεν πήρε την επιδότηση ακόμα – και που στο διάολο θες να ξέρω ρε μάστορα; Εγώ σου την δίνω; – και με τ’αχαμνά μου φορεμένα γραβάτα λόγω πολικού ψύχους. Η κεντρική οδός που διασχίζω θαμπολάμπει στο χιονόνερο σα παλιωμένο κοστούμι του Φλωρινωτη: έχουν τυλίξει τις κολώνες της ΔΕΗ με κάτι πλαστικούς σωλήνες που αναβοσβήνουν σε χρώμα αχνό κατρουλί, έχουν δέσει κάτι αστέρια από σύρμα με λαμπιόνια από αυτά που βρίσκεις στα παζάρια για τρία ευρώ τα τέσσερα μέτρα, ενώ πάνω απ΄το κεφάλι μου αιωρούνται κάτι γράμματα από νέον που εύχονται «Κ ΛΑ Χ ΙΣΤΟΥΓ ΝΝΑ», που η μόνη αποστολή που δεν έχουν εκπληρώσει ακόμα είναι να πέσουν στο κεφάλι κανενός φουκαρατζίκου. Από τον μοναδικό σκουπιδοτενεκέ σε ακτίνα ενός έτους φωτός (είναι και ανακύκλωσης, τρομάρα του) πετάγεται μια ψωρόγατα απροσδιόριστης ράτσας και με καρφώνει καχύποπτα με το ένα μάτι της – το άλλο θα της το φάγανε σε κανέναν από αυτούς τους καυγάδες που αποτελούν και το μοναδικό soundtrack τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Την κοιτάζω για ένα δέκατο του δευτερολέπτου και την αγνοώ επιδεικτικά, συνεχίζοντας τον δρόμο μου.
Από την αντίθετη μεριά του δρόμου, βλέπω μια πιτσιρίκα γραπωμένη πεισματικά με τα δυο χέρια στο λουρί ενός σκύλου. Όχι, δεν είναι λουρί, είναι ενα από αυτά τα μεταλλικά χαλινάρια που δένουν τους σκύλους τους οι τυφλοί, με μια χειρολαβή που μοιάζει σαν αυτές που έχουν τα καροτσάκια της λαϊκής. Και το σκυλί δεν το λες σκυλί. Τούτο το τέρας πρέπει να ξεπήδησε από κάποια ταινία φρίκης της δεκαετίας του τριάντα, απ’αυτές που κάποιο φαινομενικά αθώο ζωντανό μπουκώνεται με ραδιενέργεια, ακτίνες Χ, ακτίνες γάμμα, δέλτα, ό,τι στο κέρατο ακτίνες θες, φουσκώνει, γίνεται σα τριάρι διαμέρισμα με μπάνιο και κουζίνα μαζί και το μόνο που σκέφτεται είναι πως να ξαμοληθεί στους δρόμους και να κάνει μια ολόκληρη πόλη πουτάνα. Και η πιτσιρίκα, καστανά μαλλιά πιασμένα σε αλογοουρά με ένα ροζ κοκκαλάκι, ποντικίσιο μούτρο και μάτια ξεπλυμένα καφετιά, να κρατάει κόντρα με τα δύο της πόδια στις πλάκες του πεζοδρομίου, λες και αυτό θα την γλιτώσει αν το κοπρόσκυλο το παρει απόφαση και αρχίσει να τρέχει.
Οι δρόμοι μας συναντιούνται έξω από ένα κινέζικο με ρούχα- ο ιδιοκτήτης στέκεται στην είσοδο, με τα χέρια στις τσέπες ενός τεράστιου μπουφάν που πρέπει να είναι τουλάχιστον τρία νούμερα μεγαλύτερο, κοιτώντας την πιτσιρίκα με το ύφος κάποιου που μάλλον δεν πρόκειται να δει κάτι πιο ενδιαφέρον σε όλη την υπόλοιπη ημέρα. Η πιτσιρίκα κοιτάει μια εμένα, μια τον κινέζο και τέλος το τέρας, με την γλώσσα μαγκωμένη ανάμεσα στα δόντια της. Η ξεφτισμένη αλογοουρά της πάει πέρα δώθε. Το σκυλί μου ρίχνει μια κλεφτή ματιά, ρουθουνίζει και συνεχίζει να σέρνει το φορτίο του.
Από το απέναντι μαγαζί με τα ηλεκτρικά βγαίνει ο Νάνος και ανάβει τσιγάρο. Νάνος κανονικός, όχι παρατσούκλι. Βαριά ένα μέτρο ύψος, με μούσι πινέλο και τους Metallica να τρέχουν στις φλέβες του, μαυριδερός και φοβερό παιδί. Από τα καλύτερα κατσαβίδια της πόλης. Μπορεί να του περισσεύουν βίδες, παξιμάδια και τσιμούχες κάθε φορά που φτιάχνει τηλεόραση, μπορεί μετά την επισκευή η Κορομηλά να μοιάζει του Axel Rose από το contrast, αλλά όταν τον βλέπεις να δουλεύει, το διασκεδάζεις. Διασχίζει τον δρόμο μ’εκείνο το χαρακτηριστικό, τραμπαλιστό περπάτημα, πάει στο περίπτερο απέναντι και πετάει ένα πεντάευρο στο παραθυράκι. Σαν απάντηση, ένα παγωμένο χέρι που τρέμει εμφανίζεται στο άνοιγμα με ένα πακέτο Winston γραπωμένο σε μανικιουρισμένα δάχτυλα. Ο Νάνος το παίρνει και το βάζει στην τσέπη του μπουφάν. Τέτοιοι τύποι δεν χαιρετάνε με «καλημέρα», ούτε με «τι γίνεται». Χαιρετάνε με ένα μακρόσυρτο «εεεπ!». Απαντάω με τον ίδιο τρόπο: «Έεεεεεϊπ!» και συνεχίζω, με τις σακούλες να φαντάζουν ένα τόνο βαριές.
Φτάνω στην κατηφόρα, μπροστά από το παλιό σινεμά και κατεβαίνω. Ο δρόμος γλιστράει λίγο, όσο χρειάζεται για να μην πέσεις αν σου ξεφύγει το βήμα αλλά απλώς να ρεζιλευτείς. Ναρκωμένος όπως είμαι από το κρύο, μόλις που καταφέρνω να αισθανθώ κάτι γλιτσιασμένο κάτω από το δεξί παπούτσι μου. Κοιτάζω. Δίπλα σε ένα καπάκι υπονόμου βλέπω έναν γκρίζο λεκέ με διάσπαρτες πιτσιλιές από βρώμικο ροζ εδώ κι εκεί. Ο Μίκυ Μαους δεν καταλαβαίνει από Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Παραδίπλα, άλλος ένας παρόμοιος λεκές, με την ουρά άθικτη. Ούτε και η Μίνι Μάους καταλαβαίνει, απ’ότι φαίνεται.
Καθώς προχωράω και περνάω μπροστά από την Εφορία, ακούω κάτι σαν οχλοβοή, καμια εικοσαριά μέτρα μακριά. Η Δημοτική Ορχήστρα έχει βγει από το Πνευματικό Κέντρο – όλα τα’χε η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε – και παρατάσσεται. Ο Διευθυντής της μπάντας περιμένει. Φοράει μπουφάν πάνω από το σακάκι της στολής του (σκούρο γαλάζιο και χρυσά σειρήτια). Παρατάσσονται, ο Διευθυντής δίνει το σύνθημα και αρχίζουν. Ένα παιδάκι στην τελευταία σειρά, με ένα από κείνα τα πράγματα που ούτε που ξέρω πως τα λένε – κύμβαλα μήπως; – περιμένει να φτάσει η σειρά του να παίξει, με ένα ύφος λες και εξαρτάται η ζωή του από αυτό. Καθώς η μπάντα παίζει – κάποιο Χριστουγεννιάτικο τραγούδι, βέβαια – η σειρά του έρχεται. Χτυπάει τα κύμβαλα με όση δύναμη έχει, βγάζοντας ένα υπόκωφο καμπάνισμα. Κι αυτό είναι όλο.
Φτάνω στην εξώπορτα του σπιτιού μου και αφήνω τις σακούλες στο κεφαλόσκαλο. Φτού, πάλι ξέχασα τα κλειδιά. Ξαναγραπώνω τις σακούλες και κάνω τον γύρο του τετραγώνου, να μπω από την πόρτα της πίσω αυλής. Το τρίκυκλο του γείτονα, ένα Γερμανικό τουλάχιστον πενήντα χρονών, είναι παρκαρισμένο έξω από το σπίτι του. Ακόμα κουβαλάει μπουκάλες υγραερίου με δαύτο. Φορτώνει το τρίκυκλο, βάζει μπρος – όχι με κλειδί ή με πετάλι, αλλά με χριστοπαναγίες – και παίρνει τους δρόμους. Ούτε που ξέρω ποιός αγοράζει μπουκάλες πια. Έχω δει τον φαρμακοποιό της πλατείας να έχει μια σόμπα υγραερίου αλλά δεν ξέρω αν αγοράζει τις μπουκάλες από τον γείτονα. Πάντως η γιαγιά μου δεν αγοράζει πια – εδώ και εφτά, οχτώ χρόνια της έχουμε αγοράσει ηλεκτρικό φουρνάκι. Τα βράδια, πάλι με το τρίκυκλο, πάει στο καφενείο. Και επιστρέφει και πάλι μ’αυτό το μηχάνημα του διαβόλου, κάνοντας οχτάρια στην άσφαλτο. Πόσω χρονώ είναι ο γείτονας δεν ξέρω, αλλά κρατιέται καλά. Η γυναίκα του πάντως δεν την γλίτωσε – εδώ και κάμποσο καιρό την έχει χτυπήσει ένα καραμπινάτο Αλζχάιμερ και νομίζει ότι περιμένει τον ανηψιό της να την πάει εκδρομή.
«Όταν κάτι είναι να πάει στραβά, θα πάει.» Η πόρτα της πίσω αυλής είναι κλειδωμένη με αλυσίδα. Την έχουμε για να την κλείνουμε το βράδυ, μη μπει κανένας και μας νοικοκυρέψει – αν και δεν έχω ιδέα ποιός μαλάκας θα έμπαινε στην πίσω αυλή μας όπου το πολυτιμότερο πράγμα που έχουμε είναι οι γλάστρες με τον βασιλικό. Ξανά τον γύρο το τετράγωνο. Καθώς βγαίνω πάλι στον δρόμο, βλέπω μακριά μια ομίχλη να έχει καλύψει τα πάντα. Η πιο μακρινή απόσταση που διακρίνεται είναι περίπου στο γήπεδο της πόλης, κάπου ένα χιλιόμετρο μακριά. Από κει και πέρα, μόνο άσπρο. Για λίγο, για ένα δευτερόλεπτο μόνο, μου δημιουργείται μια παράξενη εντύπωση: ότι το μοναδικό πράγμα σε όλο τον κόσμο είναι ένα νησάκι που αιωρείται στο τίποτα, δύο χιλιόμετρα μήκος και άλλο τόσο πλάτος, με μια πόλη πέντε χιλιάδων κατοίκων σφηνωμένη στο κέντρο του. Εχω την εντύπωση ότι, αν προχωρήσω από το σπίτι μου προς το γήπεδο, κάπου στο ύψος του Γυμνασίου θα δω τον δρόμο να κόβεται απότομα, να τελειώνει σε έναν απύθμενο γκρεμό απ’όπου, αν πέσεις, δεν σταματάς πουθενά.
Η εντύπωση είναι πολυ έντονη. Σχεδόν αληθινή. Όμως κρατά ελάχιστα. Μερικά δευτερόλεπτα μόνο. Καθώς χτυπάω το κουδούνι και περιμένω κάποιος να μου ανοίξει, καταλαβαίνω ότι είμαι πολύ κουρασμένος, πολύ παγωμένος και πολύ βαριεστημένος για να τρομάξω.

Posted in προσωπικά | Leave a Comment »

La Pasteria

Posted by geysser στο Αυγούστου 7, 2010

Όταν πρόκειται για κριτικές εστιατορίων, συνήθως αποδεικνύομαι άτολμος. Δεν είναι ότι δεν ξέρω που να πάω – πάντα προηγείται μια καλή έρευνα στα διάφορα περιοδικά και στο Ίντερνετ – αλλά, επειδή προτιμώ να πηγαίνω με παρέα, αφήνω τους άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Έτσι έγινε και σήμερα. Η Βίκυ σκέφτηκε, η Βίκυ πρότεινε, η Βίκυ με συνόδευσε (τελικά, αυτής της κοπέλας πρέπει να της δώσω credits σε κάθε κριτική που γράφω). Βραδάκι  Παρασκευής, η αφόρητη ζέστη έχει πέσει σε ανεκτά επίπεδα, καλοκαίρι. Καιρός για ιταλικό. La Pasteria, στην Τσακάλωφ, στο Κολωνάκι.
Θα ξέρετε ήδη ότι το μενού της αλυσίδας το επιμελείται ο – γνωστός πια – Ettore Botrini, του Κερκυραϊκού Etrusco και του ArtO2 στην Θεσσαλονίκη. Μην περιμένετε όμως να τον δείτε στο La Pasteria, πίσω από το πάσο, να ανακατεύει ριζότο και να εκτοξεύει κατάρες επί δικαίων και αδίκων, όπως πιθανόν να τον έχετε δει στις εκπομπές του (και, πρέπει να πω ότι ο Ettore πρέπει να είναι σχετικά λογικός chef. Ο Marco Pierre White να δείτε τι εκτόξευε κάθε μέρα στην δύσμοιρη ομάδα του!). Όταν λέμε ότι ο Χ chef επιμελείται το μενού, εννοούμε πως το ελέγχει, προσθέτει μερικά πιάτα αν χρειαστεί, κάνει κάποιες απαραίτητες αλλαγές και αφήνει  την μόνιμη brigade του εστιατορίου να κάνει την δουλειά. Όταν αγοράζετε ένα κοστούμι Armani, δεν περιμένετε να έχει περάσει την σταυροβελονιά ο ίδιος ο Giorgio. Όπως όμως το κοστούμι φέρει το όνομα Armani, έτσι ακριβώς και το μενού του La Pasteria φέρει το όνομα Ettore Botrini. Δεν περιμένεις το κρεμμύδι να το έχει σοτάρει ο ίδιος ο Ettore, αλλά περιμένεις την ίδια ακριβώς ποιότητα δουλειάς.
Μετά από αυτή την εισαγωγή, ας περάσουμε και στο δια ταύτα.

Χώρος: Ακολουθώντας πιστά την παράδοση της ιταλικής απλότητας και αμεσότητας, το La Pasteria του Κολωνακίου είναι ό,τι ακριβώς θα περίμενε κανείς από μια τρατορία που βαδίζει στον 21ο αιώνα. Λιτά χρώματα σε παλ τόνους, ζεστή ατμόσφαιρα, ελαφρύς διάκοσμος που δεν μπουκώνει αλλά και δεν προκαλεί σχόλια. Ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορείς να χαλαρώσεις. Δύο όροφοι: μη καπνιστών στο ισόγειο και καπνιστών στον μικρότερο επάνω όροφο. Η κουζίνα είναι ανοιχτή, κάτι που γενικά με βρίσκει αντίθετο σαν πρακτική, αλλά όχι ότι με χάλασε, καθώς μου αρέσει να παρακολουθώ τον chef εν ώρα δουλειάς. Μόνο μελανό σημείο οι παράταιρες καρέκλες του πάνω ορόφου, αλλά αυτό είναι μια λεπτομέρεια που κατά τύχη την πρόσεξα. Τέλος, το έχω ξαναπεί ότι η μουσική σε ένα εστιατόριο δεν πρέπει να υπάρχει, αλλά όταν υπάρχει, πρέπει να είναι διακριτική και να μην καλύπτει το buzz της αίθουσας. Ευτυχώς, στο La Pasteria συνέβη ακριβώς αυτό. Χαμηλή, διακριτική και στο πνεύμα της εποχής: «Alejandro» της Lady Ga Ga.

Σέρβις: Πολύ καλό και – επιτρέψτε μου – πανέμορφο! Διακριτικό στην παρουσία του, ευγενικό και άμεσο στην εξυπηρέτηση, το κορίτσι που μας ανέλαβε έδειξε ότι ξέρει, και σέβεται την δουλειά του. Βρήκα την head waitress κάπως απόμακρη αλλά όχι αρκετά ώστε να χαλάσει την εικόνα μου για το προσωπικό. Ίσως να έτυχε. Κι αν λυπάμαι για κάτι, είναι το ότι τσιγκουνεύτηκα το εθιμοτυπικό 10% στο tip. Την επόμενη φορά, κορίτσια! Σας το υπόσχομαι!

Φαγητό: Υπάρχει table d’hôte σε προσιτή τιμή και σε δύο παραλλαγές, αλλά εγώ προτίμησα a la carte. Κι εδώ συνέβη μια παρεξήγηση, για την οποία δεν ξέρω αν ευθύνομαι εγώ ή όχι. Παρήγγειλα ένα ριζότο με μανιτάρια και μαύρη τρούφα και πένες salmone, τελειώνοντας με panacotta σαν επιδόρπιο, έχοντας μεγαλώσει με την εντύπωση ότι ένα ριζότο αποτελεί το appetizer ενός τυπικού three-course. Φαίνεται όμως ότι δεν κατάλαβα καλά. Υπάρχει μια συλλογή από antipasti και σαλάτες, και φαίνεται ότι αυτά συνήθως υπολογίζονται σαν πρώτα, με τα ριζότο να συμπεριλαμβάνονται στα κυρίως. Αποτέλεσμα ήταν ότι το ριζότο μου ήταν τεράστιο, και φυσικά την πλήρωσε η salmone που ακολούθησε: έμεινε μισή. Η κοπέλα μας πρότεινε να την πακετάρει, αλλά αρνήθηκα, εξηγώντας της παράλληλα ότι δεν ευθύνεται η ποιότητα που την άφησα στην μέση, αλλά το στομάχι μου που ήταν έτοιμο να εκραγεί.
Στο ψητό της υπόθεσης, το ριζότο μου ήταν τέλεια mantecato, με σωστό al dente και φρέσκα μανιτάρια. Ήθελε μια περαιτέρω ανάλυση για να ανακαλύψω την μαύρη τρούφα, την οποία καταλάβαινα, αλλά πολύ στο βάθος. Γνώμη μου είναι ότι η αντικατάσταση της φρέσκιας και πανάκριβης τρούφας με λάδι τρούφας θα έκανε το αποτέλεσμα πιο έντονο και σαφές, και σε πιο προσιτή τιμή.
Σε παρόμοια επίπεδα κινήθηκε και η salmone, με φρέσκο σολομό ο οποίος όμως είχε  χάσει κάτι από την υφή του, ίσως λόγω ψυγείου. Πάντως δεν ήταν κατεψυγμένος, γιατί τότε δεν θα μιλάγαμε για σολομό, αλλά για κόντρα πλακέ.  Τελειώνω με το al dente της πένας το οποίο ήταν σεμιναριακό, κάτι γενικά δύσκολο να το βρεις σε εστιατόριο, και η panacotta ήταν πραγματικός θρίαμβος.
Στην άλλη πλευρά του τραπεζιού, η Βίκυ προτίμησε ένα από τα fixed μενού. Σαλάτα με ρόκα, λιαστή ντομάτα και ψητό μανούρι, την οποία βρήκα σωστή, με την απαιτούμενη ποσότητα vinaigrette από μπαλσάμικο (την ίδια σαλάτα έχω φάει και αλλού, και στην πραγματικότητα ήταν ένα μεγάλο μπολ με μπαλσάμικο με ίχνη σαλάτας να επιπλέουν), πένες all’arabiata (τέλειο al dente κι αυτές αλλά λίγο πιο καυτερές για τον ουρανίσκο μου) και…κοντοστέκομαι λίγο στο επιδόρπιο της Βίκυς. Εδώ…συγνώμη…αλλά κίτρινη κάρτα! Ήταν παγωτό βανίλια με ζεστή σοκολάτα, με το οποίο ο chef σωστά ήθελε να παίξει λίγο με την αντίθεση ζεστού-κρύου, αλλά κάτι δεν βγήκε σωστά στην εκτέλεση. Η σοκολάτα σερβιρίστηκε σε ένα χάλκινο μπρίκι φουφούς ( οι Ιταλοί έχουν τέτοια, οπότε ουδέν μεμπτόν) αλλά το κακό ήταν ότι η Βίκυ έπρεπε να ρίξει την σοκολάτα και να φάει αμέσως, γιατί αλλιώς η σοκολάτα πάγωνε, δημιουργώντας μια καθόλου ελκυστική μπάλα από παγωμένη σοκολάτα που επέπλεε σε μισολιωμένο παγωτό. Το συνολικό αποτέλεσμα δεν λειτουργούσε, δεν με έπεισε και, γενικώς, νομίζω ότι ο πελάτης δεν χρειάζεται manual όταν πρόκειται να φάει. Πιο αποτελεσματικό θα ήταν, κατά την γνώμη μου, αν η σοκολάτα ήταν μια πιο ελαφριά σως, την οποία θα σερβίριζε η ίδια η σερβιτόρα κατευθείαν πάνω στο παγωτό, μπροστά στον πελάτη. Έτσι δεν θα χανόταν το παιχνίδι της θερμοκρασίας – και, στην τελική ανάλυση, το table side σερβίρισμα πάντα λειτουργεί θετικά.

Γενικά: Σε εστιατόριο της εν λόγω αλυσίδας είχα φάει πριν πολύ καιρό, και τότε το αποτέλεσμα ήταν, το λιγότερο, οικτρό. Ευτυχώς, τα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε. Η σημερινή μου εμπειρία ήρθε να μου επιβεβαιώσει το γιατί αγαπάω την ιταλική μαγειρική: για την απλότητα, την αμεσότητα  και την ειλικρίνειά της. Ευτυχώς, το ίδιο αποφάσισε να εκμεταλλευτεί και ο Ettore: να αφήσει για λίγο τις «γκουρμεδιές» του Etrusco και να μαγειρέψει πραγματικά μέσα από την καρδιά του, από την παράδοσή του και από τις ρίζες του. Γιατί, κακά τα ψέματα, η πραγματικότητα στην μαγειρική είναι μία: ότι η αληθινή μαγειρική είναι η απλή μαγειρική.

Βαθμολογία…4/5.

Posted in γαστρονομία | 1 Comment »

Machinarium

Posted by geysser στο Αυγούστου 3, 2010

Όλα άρχισαν πριν από περίπου ένα μήνα, καθώς τριγυρνούσα εντελώς άσκοπα στο Διαδίκτυο και στα διάφορα φιλικά blogs. Με μια μόνιμη αίσθηση βαρεμάρας – ίσως έφταιγε η αφόρητη ζέστη που δεν λέει να καταλαγιάσει, ίσως έφταιγε η γενική σύγχυση στην οποία βρίσκομαι τον τελευταίο καιρό – πεταγόμουν από blog σε blog, καθόμουν για ελάχιστα δευτερόλεπτα και αμέσως μάζευα τα μπογαλάκια μου για όπου τύχαινε, χωρίς σκοπό και χωρίς κανέναν προορισμό. Σε κάποια στιγμή βρέθηκα στο blog της φίλης μου της Ιοκάστης , η οποία, την στιγμή που επισκέφτηκα το σπίτι της, απουσίαζε για Πορτογαλία (πράγμα που μου δίνει ένα μικρό δικαίωμα να την ζηλεύω λιγάκι!). Δεν ξέρω τι με έκανε να σταθώ εκεί για περισσότερο από μερικά λεπτά. Ίσως και πάλι να έφταιγε η βαρεμάρα, ίσως να   έφταιγε το ότι είχα καιρό να περάσω από κει, ίσως απλά να έτυχε. Σημασία έχει ότι το μάτι μου έπεσε σε ένα συγκεκριμένο σημείο μιας συγκεκριμένης ανάρτησης. Εκεί, σχεδόν αχνίζοντας από παιδική αθωότητα και γνήσια ευτυχία, υπήρχε η πρόταση «3. Να παίξετε το machinarium. Είναι τέλειο μωρέεεε». Machinarium; σκέφτηκα. Πάλι κάποιο από εκείνα τα παλαβά RPG τύπου Dungeons And Dragons θα είναι, από αυτά που δεν τα παίζεις κάπου, δεν βλέπεις τίποτα, απλά λες ιστορίες και αφήνεις το μυαλό σου να παλαβώσει – παιχνίδια για τα οποία η Ιοκάστη έχει μια, για μένα, ανεξήγητη αγάπη. Όπως και να έχει όμως, πάτησα το link. Αυτό ήταν το κομβικό σημείο, το point of no return. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλά μια σειρά από γεγονότα.

Το παιχνίδι πρωτοεμφανίστηκε τον Οκτώβριο του 2009, φτιαγμένο από την άγνωστη Amanita Design, και αμέσως έγινε cult. Δεν είναι ο τρόπος που παίζεται – απλά κάνεις κλικ σε συγκεκριμένα σημεία με το ποντίκι, λύνοντας διάφορους γρίφους οι οποίοι ξεκινούν από γελοιωδώς απλοί μέχρι διαολεμένα δύσκολοι. Δεν είναι ούτε το story – ένα ρομποτάκι ονόματι Joseph προσπαθεί να σώσει (τι άλλο;) την κοπέλα του από τους κακούς. Είναι κάτι άλλο. Κάτι, τολμώ να πω, βαθύτερο.
Καταρχήν, οι Τσέχοι έχουν το κοκαλάκι της νυχτερίδας όσον αφορά το καλλιτεχνικό κομμάτι. Σε άλλον τομέα, σε αυτόν του Κινηματογράφου, θα καταλάβετε τι θέλω να πω αν δείτε την ταινία «Fantastic Planet» του 1973. Το Machinarium μπορεί να υστερεί σε πλοκή και δράση, αλλά οπτικά βγάζει μάτι. Τα πάντα είναι ζωγραφισμένα στο χέρι, η ατμόσφαιρα του κόσμου του Machinarium σε αφήνει με το σαγόνι κρεμασμένο και οι χαρακτήρες μπορούν άνετα να σφηνωθούν στα πιο παλαβά σου όνειρα – ή στους πιο απίστευτους εφιάλτες. Υπάρχει μια μουντή ατμόσφαιρα, μια γερή δόση Καφκικής Δυστοπίας και μια έντονη μυρωδιά retropunk, συνδυασμός από τον οποίο δεν μπορείς, και δεν θες να ξεφύγεις.  Μετά από λίγα λεπτά, δεν παίζεις πια το παιχνίδι. Σε παίζει αυτό.
Το δεύτερο μπαμ έρχεται με την μουσική και τα ηχητικά εφέ – ίσως τα καλύτερα που έχω συναντήσει σε παιχνίδι εδώ και πολλά χρόνια. Υπεύθυνος για το soundtrack είναι ο Τσέχος Tomas Dvorak, του οποίου το όνομα μπορεί να μη σας λέει τίποτα, στον τομέα όμως της ανεξάρτητης ηλεκτρονικής μουσικής είναι γνωστός και μη εξαιρετέος. Στο Machinarium ίσως και να παρουσιάζει την καλύτερη δουλειά του, με κομμάτια όπως το στοιχειωτικό  «Mr.Handagote» (το αγαπημένο μου) ή το funky «Underground Party» και το καταθλιπτικά ονειρικό «Clockwise Operetta». Μπορεί να ξεχάσετε το παιχνίδι μετά από λίγο, μπορεί να σας περάσει ο αρχικός ενθουσιασμός, αλλά το soundtrack θα το παίξετε πάλι, και πάλι, και πάλι.
Στον τομέα του gameplay τα πράγματα είναι απλά. Το μόνο που κάνετε είναι κλικ σε κάποια συγκεκριμένα σημεία στην οθόνη, με σκοπό να λύσετε κάποιους γρίφους για να προχωρήσετε. Οι γρίφοι είναι σχετικά απλοί, όσο όμως προχωράει το παιχνίδι, θα πέσετε σε κάποιες σπαζοκεφαλιές που πραγματικά θα δοκιμάσουν την υπομονή σας – όπως ο τύπος με το παιχνίδι στο μπαρ. Δεν υπάρχουν διάλογοι, ούτε λεζάντες ή ομιλίες. Το μόνο που υπάρχει για να σας βοηθήσει είναι ένα tip στην αρχή κάθε επιπέδου καθώς και ένα manual, που για να το ανοίξετε θα πρέπει να κερδίσετε ένα mini game – το οποίο, αν και φαίνεται απλό, μπορεί να προσελκύσει μερικές βωμολοχίες.
Για να κλείσω, δεν ξέρω τι βαθμό θα έπρεπε να του βάλω, ή αν έχει καν νόημα να μιλάμε για βαθμολογίες. Μπορεί σε κάποιους να μην αρέσει, μπορεί κάποιοι άλλοι να κολλήσουν. Εγώ κόλλησα. Και ανακηρύσσω το Machinarium το Παιχνίδι της Πενταετίας. Για τα τέλεια γραφικά του, για το ακόμη πιο τέλειο soundtrack και για το ότι αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη του ότι, αν θέλει κάποιος, με λίγη φαντασία, με ελάχιστα μέσα και με πολλή όρεξη, μπορεί να δημιουργήσει πραγματική Τέχνη.

Υ.Γ: Δεν ξεχνάω ότι η Ιοκάστη ήταν αυτή που μου το σύστησε. Κάποια στιγμή θα καταφέρω να της το ανταποδώσω!

Posted in διάφορα | 7 Comments »

Lady Go-Go

Posted by geysser στο Ιουλίου 2, 2010

Ερώτησις: τι γίνεται όταν η Madonna συναντάει τους Siouxsie & The Banshees, οι Army Of Lovers συναντούν τους Ace Of Base, τα ’80s συναντούν τα ’10s και τα cabaret του Β’ Παγκοσμίου συναντούν το Studio 54; Μην χολοσκάτε, ρητορική ήταν η ερώτηση. Πέρα από μια απερίγραπτη φιλοσοφική ημικρανία, το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτο και αδιαμφισβήτητο: Lady Ga-Ga.
Γέννημα-θρέμμα του Lower East Side, η Stefani Joanne Angelina Germanotta βρωμάει απο χιλιόμετρα pop-phenomenon, μεσουρανούσα σε μια εποχή που δεν υπολείπεται pop φαινομένων. Τέτοιες φούσκες γεννιούνται για να σκάσουν – σύντομα ή αργότερα, δεν έχει σημασία – αλλά όταν το κάνουν, κανείς δεν παίρνει χαμπάρι. Ποιός θυμάται πια τους Tattoo; Τι κάνει εκείνο το παιδί, ο Justin Timberlake, πέρα από cameo εμφανίσεις που τραβιούνται, αλλά σίγουρα όχι εξαιτίας του («4 Minutes»); Είναι η μοίρα της Lady προδιαγεγραμμένη; Μετά Χριστόν προφήτης δεν προτίθεμαι να γίνω, αλλά ένα είναι σίγουρο: ότι την στιγμή αυτή, οι μηχανές της Lady Ga-Ga είναι στο φουλ. Αν θα σκάσουν ή αν θα συνεχίσουν σαν τα αρκουδάκια Duracel, μόνο ο Χρόνος θα δείξει.
Αυτό που ξέρω είναι ότι ένα single σαν το «Alejandro» ήταν μοιραίο. Όσοι έχουν την διορατικότητα και την υπομονή να παρακολουθήσουν τα μουσικά δρώμενα και να πιάσουν τον σφιγμό της εποχής, ήξεραν από πριν ότι, μετά από τον πάταγο του «Bad Romance», η Lady θα συνέχιζε το σφυροκόπημα. Ο μέντορας και alter-ego της, Nadir Khayat έπιασε δουλειά, και το «Alejandro» ήρθε να δικαιώσει τις υποψίες μας. Τρίτο σιγκλάκι του δεύτερου album της, «Fame Monster», έβδομο, παρακαλώ,  μπουρλώτο στα charts, δευτερη γυναίκα που βλέπει όλα τα singles της στο Top-Five, μετά την (ποιά άλλη;;;) Madonna.
Δεν προτίθεμαι να αναλύσω το κομμάτι. Δεν έχω σκοπό να πω αν μου αρέσει ή όχι. Τρία μόνο σημεία θα τονίσω, τα οποία αποτελούν τις εντυπώσεις μου την πρώτη φορά που το άκουσα. Πρώτον, ότι το βίντεοκλιπ είναι ίσως ό,τι μαμιστερότερο έχω δει τα τελευταία πέντε χρόνια. Δεύτερον, ότι το κομμάτι επαναφέρει το glam-rock της δεκαετίας ’80, αλλά τιγκαρισμένο στο speed και στο S&M και, τρίτον, αρέσει-δεν αρέσει, είναι πια αδύνατο να ξεκολλήσω.

Posted in μουσική | 2 Comments »

Υάδες

Posted by geysser στο Μαΐου 25, 2010

Σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, οι Υάδες ήταν κόρες του Άτλαντα, Νύμφες που θεωρούνταν υπεύθυνες για τον ερχομό των βροχών μετά το τέλος του καλοκαιριού. Η ιστορία τους λέει ότι, μετά από τον θάνατο του αδερφού τους, Ύαντα, οι Θεοί τις λυπηθηκαν και τις μεταμόρφωσαν σε αστέρια. Μπορείτε να τις δείτε στην κεφαλή του αστερισμού του Ταύρου.
Δεν θα μιλήσω όμως για τις Νύμφες. Ούτε και το post αυτό εχει σχέση με την μυθολογία. Είναι απλά η εισαγωγή για την κριτική που σκοπεύω να κάνω στο ομώνυμο cafe-restaurant που βρίσκεται στην αγκαλιά του Αττικού Άλσους, σε ένα σημείο που η θέα της Αθήνας κόβει την ανάσα.

Στύλ: Οι άγγλοι περιγράφουν το συγκεκριμένο στυλ με την λέξη posh: γκλάμουρ, υπερβολή, χλιδή και μια γενναία δόση ματαιοδοξίας. Ο χώρος είναι πραγματικά απέραντος, χωρίς αρχή, μέση ή τέλος. Ο διαχωρισμός των χώρων του εστιατορίου και του καφέ είναι πολύ χαλαρός, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να υπολογίσεις εύκολα τον αριθμό των cover ανά χρήση: υπολογίζω ότι χωράει άνετα διακόσια πενηντα άτομα. Μετά από λίγο νοιώθεις πνιγμένος, με την άνεση να αποτελεί μακρινό όνειρο από τα πρώτα λεπτά που θα καθήσεις.

Σέρβις: Δεν ξέρω αν ήταν θέμα ατυχίας ή αν πρόκειται για σταθερό φαινόμενο, αλλά ο σερβιτόρος που μας ανέλαβε είχε χάσει τ’αυγά και τα καλάθια. Φανερά τρακαρισμένος, και χωρίς σαφή αίσθηση του χώρου ευθύνης του, προσπάθησε να γλιτώσει τα αγλίτωτα με μια προσποιητή και επιτιδευμένη ψευτοάνεση που στο τέλος έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα. Δεν θα σταθώ στο ότι δεν μας έφερε καν το μενού ή στο ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα του τι σερβίριζε. Θα του αναγνωρίσω ένα και μόνο ελαφρυντικό: το ότι για τον εξωτερικό χώρο, κάπου εκατό άτομα, υπήρχε μόνο αυτός και ακόμη ένας. Ο σερβιτόρος δεν μπορεί να αναλάβει πάνω από είκοσι cover- θα πελαγώσει και θα χάσει την μπάλα, όπως και σαφώς έγινε με τον συγκεκριμένο.

Φαγητό:Δεν φάγαμε, αλλά μπορώ να πάρω μια ιδέα από το μενού που-ευτυχώς- είναι δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα τους. Ο προσανατολισμός τους είναι fusion αλλά κι εδώ κάπου έχει χαθεί η μπάλα.Για παράδειγμα, δεν μπορώ να καταλάβω με τίποτα τι το Ασιάτικο έχει το γλυκόξινο ριζότο Πεκίνου – πρόκειται για ένα ριζότο με λαχανικά και (!) παρμεζάνα – ή τι σχέση μπορεί να έχουν οι ροζέτες σολωμού και τα καπαρόφυλλα, ντρεσαρισμένα με thousand island sauce (η οποία, βάζω στοίχημα, είναι προπαρασκευασμένη). Η Ισπανική παέγια είναι ένα πιάτο που απαιτεί cojones για να εκτελεστεί σωστά και , απο την περιγραφή της, λείπει η πρωτοτυπία: πρόκειται για μια by-the-book συνταγή, βγαλμένη κατευθείαν από τα τουριστικά εγχειρίδια των ταξιδιωτικών πρακτορείων. Συμφωνώ, δεν έφαγα, αλλά δεν χρειάζεται να είσαι Michelin chef για να καταλάβεις ότι το τεράστιο λάθος του εστιατορίου είναι ότι στρίμωξε την φιλοσοφία του catering στην προσπάθεια να δείξει την εικόνα ενός μοντέρνου εστιατορίου.

Καφέ: Ακριβό!!! Ο καφές Υάδες, υποτίθεται σήμα κατατεθέν του χώρου, μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί αποτυχία. Πρόκειται απλά για έναν δυνατό – μα πολύ δυνατό! – espresso με Heering Cherry Liquor ( κι όχι «cherry heering» οπως αναγράφεται στον κατάλογο) το οποίο δεν το κατάλαβα με τίποτα. Ασε που, γενικά, ο συνδυασμός είναι δίκοπο μαχαίρι: το συγκεκριμένο liquor είναι ήδη πικρό που στον espresso απλώς χειροτερεύει την κατάσταση. Όλα τα παραπάνω τα ανακάλυψα μόνος μου: ο σερβιτόρος μας, προς τιμήν του, είχε την τιμιότητα να μας πει ότι δεν έχει την παραμικρή ιδέα τι είναι!

Γενικά: 1/5 μόνο και μόνο για την θέα. Πέραν τούτου, ένα μεγάλο και εντυπωσιακό τίποτα, το οποίο δεν νομίζω πως θα ξαναεπισκευτώ. Αυτό που με στενοχωρεί είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που πραγματικά πιστεύουν ότι τέτοιες προσπάθειες αξίζουν τον κόπο – και το χρήμα -, πράγμα που κάτι λέει για την γενικότερη γαστρονομική παιδεία του νεοέλληνα.

Posted in γαστρονομία | Leave a Comment »

Ο Βασιλιάς απέθανε…και ήταν νοστιμότατος!

Posted by geysser στο Απριλίου 10, 2010

Πολλοί γνωρίζουν – και δεν χανω καμία ευκαιρία να το δηλώνω ανενδοίαστα – ότι ενα από τα μεγάλα μου πάθη είναι η μαγειρική. Για μένα, προχωραει πιό πέρα από ένα απλό πάθος: μεταφραζεται σε τρόπο εκφρασης και σε μέσο επικοινωνίας. Ασχολούμαι γύρω στα δεκα χρονια και θέλω να πιστευω, χωρίς καμία διάθεση αυτοπροβολής, ότι εχω φτασει σε ενα αρκετα ικανοποιητικό επίπεδο.Σ’αυτά τα χρόνια έχω αναπτύξει – όπως είναι αναμενώμενο σε όσους ασχολούνται με κάτι που αγαπάνε – μερικά προσωπικά γούστα. Μου αρέσουν πιο πολύ τα θαλασσινά από το κρέας, έχω αναπτύξει μια απέχθεια για την ελιά, όχι όμως για το ελαιόλαδο, το οποίο λατρεύω, προτιμώ τα εξωτικά φρούτα από τα εγχώρια, με αγαπημένο μου το μάνγκο και έχω προσωπικό μου γευστικό θεό το έδεσμα για το οποίο θα μιλήσω σε αυτό το post: τον Βασιλιά της Θάλασσας, τον αστακό.
Πριν προχωρήσω, θέλω να πω κάποια πραγματακια, πιό πολύ απευθυνόμενος σε όσους σπεύσουν να με κρίνουν γιαυτή μου την επιλογή. Στην συνείδηση όλων, ο αστακός έχει συνδεθεί με την πολυτέλεια, την χλιδή και την υψηλή γαστρονομία. Από μια πλευρά, δικαίως, καθώς η τιμή του απαγορεύει την καθημερινή απόλαυσή του, ιδίως στην Ελλάδα. Εν μέσω οικονομικής κρίσης είναι ίσως προκλητικό να μιλάμε για τέτοιες απολαύσεις, πρέπει όμως να ξέρετε ότι με λίγη έρευνα, λίγο ψάξιμο και λίγη διάθεση, ο Βασιλιάς των Θαλασσινών δεν είναι άπιαστο όνειρο και με συχνότητα μια φορά τον μήνα ή λίγο περισσότερο, αποτελεί ένα έξοδο καθ’όλα εφικτό και απείρως ικανοποιητικότερο από το κρέας.
Πρώτ’απ’όλα, υπάρχει μια παρανόηση η οποία πρέπει να διορθωθεί. Αυτό που στην Ελλάδα περιγράφουμε ως αστακό, στην πραγματικότητα δεν είναι αστακός. Αυτό που βρίσκουμε στα περισσότερα ψαράδικα και ψαροταβέρνες, καθώς και κατεψυγμένο σε καταστήματα με αλιεύματα, είναι ένα είδος δεκάποδου το οποίο οι Γάλλοι το ξέρουν σαν langouste και οι Αμερικάνοι σαν spiny ή rock lobster. Ξεχωρίζει από το γεγονός οτι δεν έχει δαγκάνες, έχει δύο πολύ μακριές κεραίες και πιο αγκαθωτό κέλυφος, το δε χρώμα του είναι υπόγκριζο ή καφε-γκριζο. Ο πραγματικός αστακός έχει δαγκάνες και πολύ μικρές κεραίες, το χρώμα του είναι καφετί ή καφε-γάλαζο και στην Ελλάδα είναι γνωστός ως αστακοκαραβίδα ή καραβιδομάνα.Η langouste πιο πολύ συγγενευει με την καραβίδα παρά με τον αστακό και η γεύση της είναι διαφορετική. Το ίδιο διαφορετική είναι και η τιμή της: μπορεί να βρεθεί σε διόλου απαγορευτική τιμή, γύρω στα εικοσιπέντε με τριάντα  ευρώ όταν είναι η εποχή της, ενώ της εισαγώμενης (κυρίως από την Κούβα) η τιμή είναι ακόμα χαμηλότερη. Όσο για τον αληθινό αστακό, από Ιούνιο μέχρι Οκτώβριο που η αλιεία του απαγορεύεται, σπάνια θα τον βρήτε κάτω από πενήντα ευρώ, ενώ τους άλλους μήνες η τιμή του μπορεί να πέσει στα σαράντα ή ακόμα και στα τριανταπέντε.
Δευτερη παρανόηση είναι σχετικά με τα κατεψυγμένα. Από γαστρονομικής πλευράς, φυσικά ο φρέσκος είναι ανώτερος, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας κατεψυγμένος καλής ποιότητας υπολείπεται και είναι για πέταμα. Μια μικρή ερευνα μπορεί να σας οδηγήσει σε κάποιο κατάστημα με σωστά κατεψυγμένα προϊόντα, στα οποία μπορείτε να βρείτε αστακό σε τιμές μούρλια: αυτό που έχω ανακαλύψει εγώ έχει langouste Ατλαντικού στα δεκαπέντε ευρώ, η οποία είναι καθ’όλα ικανοποιητική. Προς θεού, μην αγοράσετε από σούπερ μάρκετ: τα ψυγεία τους έχουν αθλιες συνθήκες ψύξης, το προϊόν είναι σχεδόν μουμιοποιημένο και συνήθως έχει τραβήξει των παθών του τον τάραχο όσον αφορά την συσκευασία. Λόγου χάρη, σε γνωστή αλυσίδα σούπερ μαρκετ, βρήκα ένα σαφρακιασμένο αστακουδάκι που έμοιαζε λες και το είχε πατήσει τριαξονικό. Και η τιμή του; Εικοσιδύο και πενήντα. Μακριά λοιπόν, και καλύτερα να βρείτε κάποιον τον οποίο μπορείτε να εμπιστευτείτε. Με λίγη υπομονή δεν είναι καθόλου δύσκολο.
Μετά απο τα παραπάνω, ας περάσουμε και σε μια συνταγούλα. Αστακομακαρονάδα, βεβαίως, πιάτο που, αν και ιταλικής καταγωγής, έχει συνδεθεί άμεσα με τις καλοκαιρινές διακοπές και την θάλασσα – καθώς και με την τυπικά ελληνική συνήθεια του  «πιασέκωλο» (αν βρήτε αστακομακαρονάδα σε νησί κάτω από εβδομήντα ευρώ, σας βγάζω το καπέλο). Οι συνταγές για αστακομακαρονάδα είναι όσες και οι άνθρωποι του πλανήτη, αλλά θα σας πω εν ολίγοις πως την φτιάχνω εγώ.
Ο αστακός γενικά είναι ένα ντελικάτο και θεσπέσιο κρέας, γιαυτό, όσο λιγότερα του κάνετε, τόσο καλύτερα θα τον απολαύσετε. Υπολογίστε χρόνο βρασμού γύρω στα δεκαπέντε λεπτά ανα κιλό, σε κλειστή κατσαρόλα με νερό αρκετό να τον σκεπάσει, χοντρό αλάτι και λευκό κρασί. Μην κάνετε το λάθος και τον ρίξετε αμέσως! Το νερό πρέπει να κοχλάσει πριν μπει μέσα το ζώον, αλλιώς θα μείνετε με τα καύκαλα – και με την χαρά. Αφού περιμένετε το νερό να κοχλάσει, ρίξτε τον μέσα με το κεφάλι πρώτα – αλλιώς μπορεί να ανοίξει – σκεπάστε την κατσαρόλα και αφήστε τον να κάνει την δουλειά του.
Όσο ο αστακός βράζει, μεγάλο τηγάνι, δυνατή φωτιά και ελαιόλαδο. Μια κουταλιά πολτό σκόρδου – δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από ολόκληρη σκορδοκοτρώνα που την σπας κατά λάθος στο δόντι – και κόκκινη πιπεριά ψιλοκομμένη. Αλάτι, πιπέρι. Σωταρουμε μεχρι να μαλακωσουν, γυρω στο πενταλεπτο.Σβηνουμε με λευκό κρασί, το ίδιο που χρησιμοποιούμε στον αστακό. Όχι ρετσίνα και όχι χύμα από τον μπαρμπα-Θόδωρο δίπλα: όσο ευγενής και ρομαντική και να είναι η προσπάθεια της κατ’οίκον παραγωγής κρασιού, τα αποτελέσματα είναι συνήθως κωμικά. Δόξα τον Διόνυσο, καλά κρασιά βρίσκεις παντού και σε τιμές περιπτέρου.
Ακολουθεί το στάδιο που θέλει προσοχή. Ρίχνουμε τα μακαρόνια στο τηγάνι. Ναι, ναι, όπως είναι, ωμά! Ανοίξτε την κατσαρόλα με τον αστακό, πάρτε μια κουτάλα και ρίξτε λίγο από τον ζωμό μέσα στο τηγάνι. Ρίξτε κι άλλο, ώσπου τα μακαρόνια να εξέχουν λίγο. Καλύτερα να τον ρίξετε μέσα από λεπτό σουρωτήρι ή τουλουπάνι, για να συγκρατηθούν οι στερεές ύλες του ζωμού. Με αυτό τον τρόπο πετυχαίνουμε δυο πράγματα: πρωτον, ελέγχουμε καλύτερα το βρασιμο του ζυμαρικού και δεύτερον, εξοικονομούμε χρόνο. Σταθήτε από πάνω με μια λαβίδα και το μάτι γαρίδα και δώστε προσοχή: ανακατεύετε τα ζυμαρικά συνέχεια για να μην κολλήσουν και συμπληρώνετε ζωμό όταν βλέπετε ότι τα υγρα μειώνονται. Αυτη η διαδικασία πρέπει να διαρκέσει γυρω στα πέντε λεπτά. Δοκιμαστε το ζυμαρικό και, αν δειτε ότι κραταει λίγο στο δόντι, σβήστε το μάτι και μην προσθέτετε άλλο ζωμό. Αφήστε τα πάνω στο μάτι για άλλα δύο με τρία λεπτά, για να τραβήξουν τα υγρά τους και να φτάσουν στο επιθυμητό και μαματο al dente.
Ο αστακός πρέπει να είναι έτοιμος. Βγάλτε τον και αφήστε τον στην ακρη για λίγο να σταθεί. Το καθάρισμά του θέλει τέχνη αλλά εν ολίγοις, μοιάζει με το καθάρισμα της γαρίδας – αν υποθέσουμε ότι έχετε καθαρίσει γαρίδα τουλάχιστον μια φορά στην ζωή σας.
Πρώτα αφαιρέστε όλα τα πόδια. Αν έχετε υπομονή, έχουν λίγο κρέας μέσα. Μετά κόψτε την ουρά από το υπόλοιπο σώμα. Με ψαλίδι κόψτε κατα μήκος το κάτω μέρος της και ανοίξτε το κέλυφος ετσι ώστε να απελευθερωθεί η ουρά ολόκληρη. Με μαχαίρι χαράξτε το πάνω μέρος του κρέατος, κι εκεί θα βρήτε ένα εντεράκι – σωστά καταλάβατε για το τι περιέχει μέσα – το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί. Κατόπιν, κόψτε την ουρά σε κομμάτια και ρίξτε τα μέσα στο τηγάνι ανακατεύωντας. Το υπόλοιπο σώμα κόψτε το κατα μήκος στα δύο με βαρύ μαχαίρι. Εκεί θα βρείτε τα εντόσθια καθώς και το κοράλι – τα αυγά του αστακού – τα οποία σε άλλους αρέσουν, σε άλλους όχι. Εμένα δεν μου αρέσουν, γιαυτό και τα απολαμβάνει η γάτα μου. Καθαρίστε τα με ένα κουτάλι και ρίξτε το υπόλοιπο σώμα στα ζυμαρικά – decoration , και λίγη ακόμα γευση. Τελειώσαμε! Μια πρέζα σαφράν και λίγο ψιλοκομμένο μαϊντανό και ετοιμάστε κι εκείνο το καραφάκι ούζο.
Μερικά ακόμη σημεία.Οπως είδατε, ντομάτα δεν βάζω. Αν θέλετε όμως, λίγη ψιλοκομμένη φρέσκια ντομάτα – όχι κονσέρβα – μαζί με τις πιπεριές επιτρέπεται. Μπορείτε επίσης, για πιο μεγάλη ευκολία, να βράσετε τα μακαρόνια άσπρα και να τα ρίξετε μετά, αλλά έτσι θα χάσετε σε ένταση γευσης. Το νερό του αστακού μπορείτε να το περάσετε από τουλουπάνι ή φίλτρο του καφέ και να το κρατήσετε, σαν ζωμό για άλλα μαγειρέματα.
Και κάτι τελευταίο: μην επιχειρήσετε τίποτε από τα παραπάνω αν δεν έχετε μαγειρέψει ποτέ στην ζωή σας ούτε αυγό.Καλύτερα αφήστε κάποιον που ξέρει τι είναι η κουζίνα και κατα που πεφτει. Καλή επιτυχία!

Posted in γαστρονομία | 7 Comments »

Το Κατά Αμνοεριφίων Ευαγγέλιον

Posted by geysser στο Απριλίου 4, 2010

Πάσχα στην επαρχία.
Η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου για τα συμπαθέστατα – αν και ενίοτε εκνευριστικά – αρτιοδάκτυλα, αρχίζει την Μεγάλη Πέμπτη, οπότε οι πίσω αυλές των σπιτιών μετατρέπονται σε προβατο-Άουσβιτς. Κανόνες υγιεινής, σφαγής ή αποθήκευσης δεν υπάρχουν – ένα κοφτερό μαχαίρι και ένα ζευγάρι στιβαρά μπράτσα είναι το μόνο που χρειάζεται. Σφαγείο στην περιοχή μας δεν υπάρχει – είναι κλειστό εδώ και καμιά εικοσαριά χρόνια. Σπάνια το θύμα σφάζεται παρουσία του πελάτου – ακόμα και οι δογματικοί της παράδοσης βρισκουν το θέαμα φρικτό.
Η Μεγάλη Πέμπτη λοιπόν είναι η μέρα που οι κραυγές αγωνίας και θανάτου φτάνουν σε ένα αποκρουστικό κρεσέντο. Έχετε ποτέ ακούσει πρόβατο να βελάζει επιθανάτια; Μοιάζει σχεδόν ανθρώπινο – μια γουργουριστή κραυγή αρκετών ντεσιμπελ, ικανή να κάνει το στομάχι σου να δεθεί κόμπο. Χρόνια και χρόνια «εθίμου» έχουν προκαλέσει μια φυσική ανοσία στους κατοίκους, οι οποίοι θεωρούν το όλο θέμα ανάξιο συζητήσεως. Για εμάς τους αθέους, το όλο ζήτημα μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις, για τους πιστούς είναι απλά και μόνο ζήτημα «παράδοσης». Σε τελική ανάλυση όμως, αυτό στο οποίο όλοι συμφωνούν , είναι το τελικό γεύμα. Τα οικόσιτα ζώα ανέκαθεν αποτελούσαν πηγή τροφής, και θεωρώ αυτή την ερμηνεία κλάσης ανώτερη από τον όποιο συμβολικό χαρακτήρα του γεγονότος.
Η Μεγάλη Παρασκευή αποτελεί τα μεθεόρτια, και σημαδεύεται από το πρώτο νυφοπάζαρο: την περιφορά του Επιταφίου. Σε μια κλειστή κοινωνία η παρουσία γεγονότων που επιτάσσουν την καθολική συμμετοχή του πληθυσμού ήταν ανέκαθεν μια ευκαιρία για κοινωνικές συναναστροφές, και δή, για προγαμιαίες. Ο συμβολικός χαρακτήρας του Επιταφίου έχει χαθεί προ πολλού – όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, η περιφορά ήταν μια καλή ευκαιρία για επίδειξη ρουχισμού, σχολιασμού μεθ’ αξιολογήσεως και συνάψεως συμφωνιών κάτω από το τραπέζι. Νυφοπάζαρο, σκλαβοπάζαρο, μαύρη αγορά, κοινωνικά φαινόμενα που η πονηριά του Έλληνα κατάφερε να συρράψει με τέχνη και να τα καλύψει με τον μανδύα του συμβολισμού.
Ξημερώνει Σάββατο. Τα δύσμοιρα αρτιοδάκτυλα μετρούν τρομακτικές απώλειες: ο Βλαντ ο Παλουκωτής φαντάζει ερασιτέχνης μπρος στον όχλο των επαρχιωτών. Η ανασκολόπηση πτωμάτων έχει αναγορευθεί σε τέχνη υψίστης αισθητικότητας, συνεπικουρούμενη από την σύγχρονη τεχνολογία και τις επιταγές του αιώνα μας. Δεν έχει καμία σχέση με την γαστρονομία ή με την τήρηση οποιουδήποτε εθίμου – ο ανασκολοπιστής σέβεται πάνω απ’όλα την δουλειά του, και περνάει την τέχνη του στην επόμενη γενιά.
Το βράδυ σημαδεύεται από το Δεύτερο Παζάρι. Και πάλι υποψήφιες νύφες και γαμπροι διαλαλούν σιωπηλά το εμπόρευμά τους, συμφωνίες κλείνονται και πάλι με συνοπτικές διαδικασίες, σκλάβοι αλλάζουν χέρια με προφορικά συμβόλαια και χαμογελαστές υπογραφές. Το έθιμο και πάλι προσφέρει τον μανδύα της κάλυψης της υποκρισίας, μιας υποκρισίας που αποτελεί πλέον status quo, οι αρνητές του οποίου αντιμετοπίζονται με χλεύη, περιθωριοποίηση και λοξό βλέμμα. Κανείς δεν ανασταίνεται τα μεσάνυχτα, οι κωδωνοκρουσίες και τα βαρελώτα δεν σημαίνουν τίποτα πέρα από την λήξη της κατανυκτικής περιόδου και την έναρξη ενός οργίου χοληστερίνης που θα ζήλευε ακόμα κι αυτός ο Ρωμαίος Λούκουλος. Όλοι το ξέρουν. Κανείς όμως δεν το παραδέχεται.  Το Άγιο Φως φέρει μια αδιόρατη μυρωδιά από βενζίνη αναπτήρα.
Κυριακή.
Ευκαιρία για περισσότερες συναναστροφές, ευκαιρία για περισσότερη καλά τοποθετημένη υποκρισία. Ο αέρας βρωμάει καμμένη σάρκα, κάρβουνο και ταγκισμένο λίπος, ανακατεμένο με βρασμένα αυγά και ξυδιασμένο κρασί. Στον ρόλο του σάουντρακ, παραδοσιακή ελληνική μουσική που βγαίνει από την ναφθαλίνη για να ξεχαστεί σχεδόν αμέσως. Χαμόγελα και ευχές στεγνώτερες κι από κόντρα πλακέ – η κοινωνία στηρίζεται σε δεσμά χαλαρότερα κι από ιστό αράχνης. Όποιος αναζητεί συμβολισμούς, παρακαλείται να αποχωρίσει σιωπηλα. Το Αίμα δεν ανήκει σε κάποιον ιεροκήρυκα των Ιεροσολύμων, ανήκει σε μέλος της τάξης των αρτιοδάκτυλων, και ρέει αφθονο. Το Σώμα δεν ανασταίνεται, καταναλώνεται σε ποσότητες άνευ προηγουμένου, με γραμμές ξεραμένου λίπους να κρέμονται από λιγδιασμένα χείλη κοιλαράδων. Μια μαυροντυμένη μορφή κάνει την εμφάνισή της. Ευλογεί το καλύτερο κοψίδι και κατόπιν το εξαφανίζει ρουφώντας ηδονικά τα μυρωδάτα υγρά – ανάμεσα στα δόντια του, σιγομουρμουρίζει μια ευχή για αγιοσύνη και εγκράτεια.
Τέλος και για φέτος.Οι ευχές ήδη εξατμίστηκαν στον ταγκισμένο αέρα, πρόσωπα ξεχάστηκαν, υποκριτικά φιλιά σβήστηκαν. Ως του χρόνου. Ώς την επόμενη Μεγάλη Πέμπτη, όταν τα δύσμοιρα αμνοερίφια θα ξαναρχίσουν το επιθανάτιο, αγωνιώδες τραγούδι τους, όταν τα μαχαίρια θα ξαναακονιστούν, όταν τα παλούκια θα ξαναματώσουν, όταν μαυροντυμένοι απατεώνες θα ξαναπούν μεγάλα λόγια για αγιοσύνη και εγκράτεια, ρουφώντας το επόμενο μυρωδάτο κομμάτι ψημένης σάρκας.

Posted in επικαιρότητα | 2 Comments »