Adequatio Intellectus Et Rei

Blog για όλους και για όλα

Τα Κιούπια

Posted by geysser στο Δεκέμβριος 26, 2009

Γεύσεις σε ατέλειωτη χρονική λούπα…

Σάββατο βράδυ, την επομένη του χαλασμού των Χριστουγέννων, και αποφασίσαμε να ξοδέψουμε το βράδυ σε gourmet απολαύσεις. Τα Κιούπια στο Κολωνάκι δεν ήταν η πρώτη μου επιλογή – όντας μέγας φαν του Ανυπέρβλητου Λευτέρη Λαζάρου, ήθελα Βαρούλκο, αλλά κάτι τέτοιο πρέπει να κανονιστεί από πριν- αλλά του ατόμου που θα συνόδευα.  Βρεθήκαμε λοιπόν εκεί κατά τις 18:00, με καθόλου κόσμο και άρα με άφθονες επιλογές. Δύο άτομα, εγώ και η κολλητή μου η Βίκυ – της οποίας ήταν σχεδόν όνειρο να ξαναπάει εκεί. Κι εδώ αρχίζει η κριτική μου.
Χώρος.
Το εστιατόριο στεγάζεται σε ένα νεοκλασικό κτίριο της δεκαετίας του ’20, με έντονες Bauhaus επιρροές, στην γωνία της Δεινοκράτους με την Αναπήρων Πολέμου, δέκα λεπτάκια από το Μετρό Ευαγγελισμού, προς Λυκαβητό. Σπασμένο λευκό χρώμα που κυριαρχεί στους τοίχους, δένει σχεδόν αρμονικά με το σκούρο καφέ στα παράθυρα και τις πόρτες. Και λέω «σχεδόν», γιατί το ζεστό potential του χώρου το χαλάει λίγο ένα παρκέ από ανοιχτό σουηδικό ξύλο που πρέπει να έχει κολλήσει γύρω στα είκοσι χρόνια πριν. Πρώτη λούπα. Δεν ξέρω, αλλά ένα μοντέρνο χαλί δεν θα έβλαπτε καθόλου.
Τα τραπέζια είναι άνετα και λιτά, αλλά ποτέ δεν κατάλαβα τον λόγο ύπαρξης δύο six top σε ένα ισόγειο που φιλοξενεί άνετα σαράντα άτομα σε τραπεζια των τεσσάρων και των δύο. Διπλό υπήρχε μόνο ένα-το οποίο ,φυσικά, και πήραμε εμείς.
Αντίθετα από το ισόγειο, το οποίο δεν με εντυπωσίασε, ο πάνω όροφος και το αίθριο διεκδικούν άνετα ένα Michelin. Ζεστός φωτισμός, άνετες θέσεις και μια θέα σε ένα από τα ελάχιστα πράσινα της Αθήνας, αποζημιώνει και με το παραπάνω τον κάθε επίδοξο καλοφαγά. Δεν χρειάζεται ενδελεχής ανάλυση για να καταλάβεις ότι, από αισθητικής άποψης, ο πάνω όροφος είναι το μεγάλο ατού του εστιατορίου.
Τέλος, κάτι που με ξενίζει γενικά σε οποιοδήποτε εστιατόριο: η μουσική. Η σύγχρονη γαστρονομική αισθητική επιβαλλει ως soundtrack το ίδιο το buzz του εστιατορίου. Ακούσματα σε easy listening τονους που θυμίζουν κρουαζιερόπλοιο της δεκαετίας του ’70 δεν έχουν θέση σε ένα εστιατόριο εν έτει 2010.Δεύτερη λούπα.
Σέρβις
Ποτέ δεν έμαθα το όνομα του σερβιτόρου μας – και ποτέ δεν κατάλαβα τον λόγο να το μάθω – αλλα τον κατασυμπάθησα! Με φανερά τα χρόνια της εμπειρίας στο επάγγελμα, απλός, απέρριτος και σαφής στην περιγραφή των πιάτων, ευγενέστατος και με σωστό timing. Μόνο του μειονέκτημα που διέκρινα είναι ότι μας… παραζήτησε συγνώμη που η κουζίνα δεν μπορούσε να καλύψει τα δύο φιλέτα που παραγγείλαμε. Ο maître δεν χρειάζεται να απολογήται για τα λάθη της κουζίνας. Απλώς ενημερώνει τον πελάτη, ζητάει συγνώμη εκ μέρους του chef, προτείνει την εναλλακτική και αυτό είναι όλο. Φίλε μου, αν τύχει ποτέ και διαβάσεις αυτή την κριτική, χαλάρωσε! Το να μην υπάρχει ένα κωλοφιλέτο δεν σημαίνει αυτόματα ότι έφτασε το τέλος του κόσμου!
Λόγω ώρας η κουζίνα είχε να καλύψει μόνο δύο τραπέζια στο ισόγειο και δύο επάνω, οπότε δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη για το  σέρβις των πιάτων. Θα έπρεπε να το δω σε full σέρβις- πράγμα που, λόγω εποχής, δεν είναι ασυνήθιστο – αλλά, ακόμα κι έτσι, δεν έχω παράπονο. Λίγη καθυστέρηση υπήρξε στο επιδόρπιο αλλά αυτό μας βγήκε σε καλό: μας άφησε αφθονο χρόνο για να ηρεμήσουμε κάπως από τον γαστρονομικό φόρτο που είχε προηγηθεί.
Φαγητό
Και φτάνουμε στο ζουμί, στον κύριο λόγο υπαρξης οποιουδήποτε εστιατορίου. Υπάρχουν δύο τρόποι: το μενού και το a la carte. Επιλέξαμε τον πρώτο και, πρέπει να σας πληροφορήσω, το μετάνοιωσα! Στην παραγγελία μενού, αρχίζεις με οχτώ (!) παρακαλώ ορεκτικά, τα οποία φτάνουν και περισσεύουν για να σκάσεις, προχωράς στο κυρίως πιάτο και τελειώνεις με το επιδόρπιο της κάρτας. Σαράντα τρία ευρώ χωρίς κρασί. Με τα ίδια λεφτά, είναι καλύτερο να παραγγείλεις a la carte, να φας φυσιολογικά και να ευχαριστηθείς το κάθε πιάτο στο maximum.
Οι γεύσεις συμπεριλαμβάνουν κλασικά πιάτα, σωστά εκτελεσμένα αλλά χωρίς την πρωτοτυπία για την οποία φημίζονται τα Κιούπια. Πρώτο ορεκτικό, μια σούπα με σπιτική κουλουρία – ένα μικρό, Ροδίτικο ζυμαρικό σε μέγεθος τραχανά – με δυόσμο και ντομάτα, υπέροχα ζεστή και χορταστική, αλλά λίγο πατημένη στο αλάτι. Ακολούθησαν σαλάτα με μαρούλι, λάχανο και ντομάτα, ντρεσαρισμένη με μια βινεγκρέτ μυζήθρας (έξυπνο, αλλά δεν το πολυκατάλαβα στον ουρανίσκο), παντζαροσαλάτα (πολύ γλυκιά για τα γούστα μου) και, φυσικά, η διάσημη μελιτζανοσαλάτα από αργά ψημένη μελιτζάνα. Η τελευταία παίρνει δεκάρι δαγκωτό (κρεμώδης, πλούσια, καταπληκτικά καπνιστή και table side σερβίρισμα από τον προαναφερθέντα συμπαθέστατο σερβιτόρο!). Αυτό που με ξένισε και μου έκοψε λίγο την ευχαρίστηση, ηταν τα μοσχαρίσια γλυφιτζούρια – κεφτέδες από μοσχαρίσιο κιμά, με σάλτσα φρέσκιας ντομάτας η οποία διατηρούσε σωστά την οξύτητά της, σερβιρισμένοι σε ξυλάκια παγωτού. Σαν γεύση άξιζαν, αλλά το food styling ήταν περιττό και επιτηδευμένο.
Στα entrées, εγώ προτίμησα μοσχαρίσια μπριζόλα και η Βίκυ φιλέτο σουβλιστό, στα οποία σωστά ερωτήθηκε το ψήσιμο. Ευτυχώς ή δυστυχώς, το δικό μου μέτριο ήρθε στο παρα κάτι – ένα λεπτό ακόμα στην σχάρα, και θα το έχανε. Η Βίκυ, ως κλασική Ελληνίδα, προτίμησε την ασφάλεια του καλοψημένου. Γενικά ικανοποιημένος από τα κυρίως, αλλά λίγο ξυνισμένος στις πατάτες – αν και φρεσκοκομμένες, παραήταν λαδερές.
Και φτάνουμε στο επιδόρπιο. Η χαρά του Οίκου Ευγηρίας! Ζελέ φράουλας με ρόδι, παγωτό καταΐφι και μους σοκολάτας. Το ζελέ ήταν ωραίο, αλλά βρήκα την εμφάνιση οικτρή – χάθηκαν οι παλιές, καλές φόρμες της καραμελέ; Το παγωτό καταΐφι ήταν απλά ένα παγωτό βανίλια με φυστίκια, πασπαλισμένο με καταΐφι, το οποίο μας ήρθε σε ένα τεράστιο μπωλ από χρωματισμένο πάγο. Ένα παγωμένο μπολάκι θα έκανε θαυμάσια την δουλειά του, χωρίς αυτές τις εξτραβαγκάνζες τύπου Fanny Cradock. Και πάλι συγχίζομαι όταν βλέπω τέτοια παλιομοδίτικα πράγματα από, κατα τα άλλα, αξιοπρεπείς chef. Τρίτη λούπα – και ευτυχώς τελευταία. Όσο για την μους, κρεμώδης και νοστιμότατη.
Γενικά
Χωρίς να διεκδικούν δάφνες πρωτοτυπίας, τα Κιούπια κάνουν καλά την δουλειά τους. Στην Ελλάδα της νεκρής γαστρονομίας, όπου μόνο ένας Λαζάρου έχει τολμήσει να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, τα Κιούπια φιγουράρουν ψηλά στην λίστα των εστιατορίων που κινούνται στα όρια του καθημερινού και του gourmet. Δυστυχώς, σε αυτά τα όρια, κινείται μπρος-πίσω, αναποφάσιστο. Αν ξεφύγει λίγο από το παρελθόν της Ρόδου – όπου διέπρεψε – θα αποκτήσει αυτό που κάθε εστιατόριο έχει ανάγκη: σαφή χαρακτήρα. Μέχρι τότε, νομίζω ότι αξίζει την υποστήριξη,την προσοχή αλλά και την κριτική μας.

Βαθμολογία…3/5

Advertisements

2 Σχόλια to “Τα Κιούπια”

  1. zekia said

    Καλές γιορτές Geysser και Καλή Χρονιά σου εύχομαι! (με πολλές gourmet απολαύσεις)

  2. geysser said

    Αργησα λιγο να σου απαντησω, αλλα δεν θα το ξεχνούσα!Καλη χρονια και σε σενα zekia!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: