Adequatio Intellectus Et Rei

Blog για όλους και για όλα

Archive for Μαρτίου 2010

Ημερολόγιον

Posted by geysser στο Μαρτίου 18, 2010

Πέμπτη, ώρα εντεκάμισυ και κάτι ψιλά, καιρός νεφελώδης, γκαστρωμένος και αρκούντως μανιοκαταθλιπτικός. Ρόφημα: τσάι. Κατασταση: πυρετώδης και γενικώς ολίγον τι σκατένια.
Το συγγραφικό blackout συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς, αλλά η λευκή έρημος του χαρτιού (τα’χουμε ξαναπει, της οθόνης!) μου κλείνει το μάτι. Το πρόβλημα δεν είναι να ανταποκριθώ στο κάλεσμά της, Το πρόβλημα είναι τι σκατα θα γράψω.
Στρίβω λοιπόν τσιγάρο και περιμένω. Να μου’ρθει έμπνευση; Να πάρουν τα δάχτυλά μου μπρος; Να τραβηχτεί λίγο η κουρτίνα του πυρετού; No idea. Πάντως περιμένω.

Σήμερα είδα εφιάλτη. Δεν ξέρω αν έφταιγε ο πυρετός, ή η τραγικά έξυπνη ιδέα μου να δω το «Paranormal Activity» σε ώρες που δεν συνιστάται η θέαση ταινιών που μπορούν να κάνουν το στομάχι σου να ανεβεί στο λαρύγγι (αυτά τα mocumentary, αν και μάπα τεχνικώς, έχουν το κατιτίς που μπορεί να κάνει την καρδιά σου να πάθει λόξυγγα), αλλά η αιτία δεν έχει και τόση σημασία. Σημασία έχει ότι κατάφερα να τα κάνω πάνω μου από κάτι εντελώς αλλοπρόσαλλο.
Το όνειρο ξεκίνησε σε ένα αμφιθέατρο κάποιου πανεπιστημίου, τεραστίων διαστάσεων, με ελάχιστο κόσμο, και με εκείνο το «αρωμα» των σχολείων της προηγούμενης δεκαετίας – ένας συνδυασμός από φτηνό απορρυπαντικό, φορμόλη και το πατσουλί του χιλιάρικου, αφημένο από το πέρασμα εκατοντάδων καθηγητριών.Κάποιο σεμινάριο θα γινόταν εκεί κι εγώ, με βάση το σεμινάριο, έπρεπε να αποφασίσω αν θα φοιτήσω στο πανεπιστήμιο αυτό ή όχι. Δεν άκουγα τίποτε εκτός από ένα αλλόκοτο μουρμουρητό από κάπου – δεν υπήρχε ομιλητής αλλά υποτίθεται πως το σεμινάριο είχε αρχίσει. Σε κάποια στιγμή έρχεται ένας τύπος και κάθεται δίπλα μου. Δεν είπε τίποτα, μόνο χαμογέλασε  κάπως πονηρά, αλλά αμέσως κατάλαβα ότι είχα να κάνω με έναν εξαιρετικά ανώμαλο άτομο. Πιο κάτω και αριστερά μου καθόταν μια ομάδα ατόμων που ξέρω και στην πραγματική ζωή: η Τατιάνα, με το αιώνιο λευκο μπλουζάκι με τον θυρεό της Ροζ Μονόκερω να ποζάρει αγέρωχα, η Ευδοκία, που για κάποιο τρελό λόγο φορούσε ένα καπέλο που έμοιαζε κάπως με μπωλ φρουτοσαλάτας, ο Ναπολέων, που κάτι έλεγε σε ένα τεράστιο κινητό τηλέφωνο, και η Βικούλα, η οποία δεν έκανε τίποτα απολύτως. Λίγο πιο δίπλα καθόταν ο Καραμαλής (ο γέρος), κι εκεί κατάλαβα ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο Βασιλειο της Δανιμαρκίας.
Σε καποια στιγμή σηκώνεται ο ανώμαλος και κάθεται από πίσω από την προαναφερθήσα ομάδα. Απλώνει το χέρι και, χαμογελώντας και πάλι πονηρά, άρχισε να ανακτεύει τα μαλλιά τους, πότε τον έναν, πότε στον άλλον, πότε σε δύο μαζί. Δεν ξέρω γιατι αλλά σκέφτηκα ξεκάθαρα ότι ετοιμάζεται να τους σκοτώσει- προφανώς ανακατεύοντας τα μαλλιά τους μέχρι θανάτου. Άρχισα να φωνάζω ή, τουλάχιστον, να προσπαθώ να φωνάξω, γιατί φωνή δεν έβγαινε. Σε κάποια στιγμή η Βικούλα είπε:»Ωραία είναι!», κι εκεί κάτι έσπασε. Όλοι μαζί αρχίσαμε να ουρλιάζουμε. κι ο ανώμαλος να συνεχίζει το ανακάτεμα, και το μουρμουρητό από τον αόρατο ομιλιτή να μην σταματάει, κι εγώ να ουρλιάζω αλλά να μην ακούω τίποτα. Εκεί ξύπνησα, με έναν κόμπο σφηνωμένο στο λαρύγγι μου, με την ανάσα μου να πιάνει υπερηχητικούς ρυθμούς και με τον πυρετό να κάνει το δωμάτιο να μοιάζει με ψυγείο. Το λαπιτοπι δίπλα μου ανοιχτό, με προφύλαξη οθόνης. Ωρα: λίγο μετά τις τέσσερις. Μετά από λίγο, έβαλα θερμόμετρο. 38,1. Τέλεια!

Ξύπνησα πάλι κατά τις δέκα το πρωί. Η οικογένεια έχει φύγει – κατέβηκαν αγεληδόν για τις καθιερωμένες εξετάσεις της μάνας μου. Έφτιαξα ένα τσάι, ξαναξάπλωσα και αποφάσισα να γράψω κάτι. Έτσι, για να ξεμουδιάσω λίγο, μπας και πάρω στροφές.
Ο πυρετός έχει πέσει. Αισθάνομαι κάπως καλύτερα. Λες να ήταν το τσάι; Ή μήπως το γράψιμο; Θα δούμε.

Posted in προσωπικά | 2 Σχόλια »