Adequatio Intellectus Et Rei

Blog για όλους και για όλα

Archive for Δεκέμβριος 2010

Erasing…Rewind

Posted by geysser στο Δεκέμβριος 17, 2010

Ώρα κάτι ψιλά μετά τις εννιάμιση και επιστρέφω φορτωμένος σα το γαϊδούρι από το σουπερμαρκετ, τσαντισμένος μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο με το μαλάκα τον Νεάντερταλ που με πήρε τηλέφωνο εφτάμιση η ώρα το πρωί για να ρωτήσει γιατί δεν πήρε την επιδότηση ακόμα – και που στο διάολο θες να ξέρω ρε μάστορα; Εγώ σου την δίνω; – και με τ’αχαμνά μου φορεμένα γραβάτα λόγω πολικού ψύχους. Η κεντρική οδός που διασχίζω θαμπολάμπει στο χιονόνερο σα παλιωμένο κοστούμι του Φλωρινωτη: έχουν τυλίξει τις κολώνες της ΔΕΗ με κάτι πλαστικούς σωλήνες που αναβοσβήνουν σε χρώμα αχνό κατρουλί, έχουν δέσει κάτι αστέρια από σύρμα με λαμπιόνια από αυτά που βρίσκεις στα παζάρια για τρία ευρώ τα τέσσερα μέτρα, ενώ πάνω απ΄το κεφάλι μου αιωρούνται κάτι γράμματα από νέον που εύχονται «Κ ΛΑ Χ ΙΣΤΟΥΓ ΝΝΑ», που η μόνη αποστολή που δεν έχουν εκπληρώσει ακόμα είναι να πέσουν στο κεφάλι κανενός φουκαρατζίκου. Από τον μοναδικό σκουπιδοτενεκέ σε ακτίνα ενός έτους φωτός (είναι και ανακύκλωσης, τρομάρα του) πετάγεται μια ψωρόγατα απροσδιόριστης ράτσας και με καρφώνει καχύποπτα με το ένα μάτι της – το άλλο θα της το φάγανε σε κανέναν από αυτούς τους καυγάδες που αποτελούν και το μοναδικό soundtrack τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Την κοιτάζω για ένα δέκατο του δευτερολέπτου και την αγνοώ επιδεικτικά, συνεχίζοντας τον δρόμο μου.
Από την αντίθετη μεριά του δρόμου, βλέπω μια πιτσιρίκα γραπωμένη πεισματικά με τα δυο χέρια στο λουρί ενός σκύλου. Όχι, δεν είναι λουρί, είναι ενα από αυτά τα μεταλλικά χαλινάρια που δένουν τους σκύλους τους οι τυφλοί, με μια χειρολαβή που μοιάζει σαν αυτές που έχουν τα καροτσάκια της λαϊκής. Και το σκυλί δεν το λες σκυλί. Τούτο το τέρας πρέπει να ξεπήδησε από κάποια ταινία φρίκης της δεκαετίας του τριάντα, απ’αυτές που κάποιο φαινομενικά αθώο ζωντανό μπουκώνεται με ραδιενέργεια, ακτίνες Χ, ακτίνες γάμμα, δέλτα, ό,τι στο κέρατο ακτίνες θες, φουσκώνει, γίνεται σα τριάρι διαμέρισμα με μπάνιο και κουζίνα μαζί και το μόνο που σκέφτεται είναι πως να ξαμοληθεί στους δρόμους και να κάνει μια ολόκληρη πόλη πουτάνα. Και η πιτσιρίκα, καστανά μαλλιά πιασμένα σε αλογοουρά με ένα ροζ κοκκαλάκι, ποντικίσιο μούτρο και μάτια ξεπλυμένα καφετιά, να κρατάει κόντρα με τα δύο της πόδια στις πλάκες του πεζοδρομίου, λες και αυτό θα την γλιτώσει αν το κοπρόσκυλο το παρει απόφαση και αρχίσει να τρέχει.
Οι δρόμοι μας συναντιούνται έξω από ένα κινέζικο με ρούχα- ο ιδιοκτήτης στέκεται στην είσοδο, με τα χέρια στις τσέπες ενός τεράστιου μπουφάν που πρέπει να είναι τουλάχιστον τρία νούμερα μεγαλύτερο, κοιτώντας την πιτσιρίκα με το ύφος κάποιου που μάλλον δεν πρόκειται να δει κάτι πιο ενδιαφέρον σε όλη την υπόλοιπη ημέρα. Η πιτσιρίκα κοιτάει μια εμένα, μια τον κινέζο και τέλος το τέρας, με την γλώσσα μαγκωμένη ανάμεσα στα δόντια της. Η ξεφτισμένη αλογοουρά της πάει πέρα δώθε. Το σκυλί μου ρίχνει μια κλεφτή ματιά, ρουθουνίζει και συνεχίζει να σέρνει το φορτίο του.
Από το απέναντι μαγαζί με τα ηλεκτρικά βγαίνει ο Νάνος και ανάβει τσιγάρο. Νάνος κανονικός, όχι παρατσούκλι. Βαριά ένα μέτρο ύψος, με μούσι πινέλο και τους Metallica να τρέχουν στις φλέβες του, μαυριδερός και φοβερό παιδί. Από τα καλύτερα κατσαβίδια της πόλης. Μπορεί να του περισσεύουν βίδες, παξιμάδια και τσιμούχες κάθε φορά που φτιάχνει τηλεόραση, μπορεί μετά την επισκευή η Κορομηλά να μοιάζει του Axel Rose από το contrast, αλλά όταν τον βλέπεις να δουλεύει, το διασκεδάζεις. Διασχίζει τον δρόμο μ’εκείνο το χαρακτηριστικό, τραμπαλιστό περπάτημα, πάει στο περίπτερο απέναντι και πετάει ένα πεντάευρο στο παραθυράκι. Σαν απάντηση, ένα παγωμένο χέρι που τρέμει εμφανίζεται στο άνοιγμα με ένα πακέτο Winston γραπωμένο σε μανικιουρισμένα δάχτυλα. Ο Νάνος το παίρνει και το βάζει στην τσέπη του μπουφάν. Τέτοιοι τύποι δεν χαιρετάνε με «καλημέρα», ούτε με «τι γίνεται». Χαιρετάνε με ένα μακρόσυρτο «εεεπ!». Απαντάω με τον ίδιο τρόπο: «Έεεεεεϊπ!» και συνεχίζω, με τις σακούλες να φαντάζουν ένα τόνο βαριές.
Φτάνω στην κατηφόρα, μπροστά από το παλιό σινεμά και κατεβαίνω. Ο δρόμος γλιστράει λίγο, όσο χρειάζεται για να μην πέσεις αν σου ξεφύγει το βήμα αλλά απλώς να ρεζιλευτείς. Ναρκωμένος όπως είμαι από το κρύο, μόλις που καταφέρνω να αισθανθώ κάτι γλιτσιασμένο κάτω από το δεξί παπούτσι μου. Κοιτάζω. Δίπλα σε ένα καπάκι υπονόμου βλέπω έναν γκρίζο λεκέ με διάσπαρτες πιτσιλιές από βρώμικο ροζ εδώ κι εκεί. Ο Μίκυ Μαους δεν καταλαβαίνει από Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Παραδίπλα, άλλος ένας παρόμοιος λεκές, με την ουρά άθικτη. Ούτε και η Μίνι Μάους καταλαβαίνει, απ’ότι φαίνεται.
Καθώς προχωράω και περνάω μπροστά από την Εφορία, ακούω κάτι σαν οχλοβοή, καμια εικοσαριά μέτρα μακριά. Η Δημοτική Ορχήστρα έχει βγει από το Πνευματικό Κέντρο – όλα τα’χε η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε – και παρατάσσεται. Ο Διευθυντής της μπάντας περιμένει. Φοράει μπουφάν πάνω από το σακάκι της στολής του (σκούρο γαλάζιο και χρυσά σειρήτια). Παρατάσσονται, ο Διευθυντής δίνει το σύνθημα και αρχίζουν. Ένα παιδάκι στην τελευταία σειρά, με ένα από κείνα τα πράγματα που ούτε που ξέρω πως τα λένε – κύμβαλα μήπως; – περιμένει να φτάσει η σειρά του να παίξει, με ένα ύφος λες και εξαρτάται η ζωή του από αυτό. Καθώς η μπάντα παίζει – κάποιο Χριστουγεννιάτικο τραγούδι, βέβαια – η σειρά του έρχεται. Χτυπάει τα κύμβαλα με όση δύναμη έχει, βγάζοντας ένα υπόκωφο καμπάνισμα. Κι αυτό είναι όλο.
Φτάνω στην εξώπορτα του σπιτιού μου και αφήνω τις σακούλες στο κεφαλόσκαλο. Φτού, πάλι ξέχασα τα κλειδιά. Ξαναγραπώνω τις σακούλες και κάνω τον γύρο του τετραγώνου, να μπω από την πόρτα της πίσω αυλής. Το τρίκυκλο του γείτονα, ένα Γερμανικό τουλάχιστον πενήντα χρονών, είναι παρκαρισμένο έξω από το σπίτι του. Ακόμα κουβαλάει μπουκάλες υγραερίου με δαύτο. Φορτώνει το τρίκυκλο, βάζει μπρος – όχι με κλειδί ή με πετάλι, αλλά με χριστοπαναγίες – και παίρνει τους δρόμους. Ούτε που ξέρω ποιός αγοράζει μπουκάλες πια. Έχω δει τον φαρμακοποιό της πλατείας να έχει μια σόμπα υγραερίου αλλά δεν ξέρω αν αγοράζει τις μπουκάλες από τον γείτονα. Πάντως η γιαγιά μου δεν αγοράζει πια – εδώ και εφτά, οχτώ χρόνια της έχουμε αγοράσει ηλεκτρικό φουρνάκι. Τα βράδια, πάλι με το τρίκυκλο, πάει στο καφενείο. Και επιστρέφει και πάλι μ’αυτό το μηχάνημα του διαβόλου, κάνοντας οχτάρια στην άσφαλτο. Πόσω χρονώ είναι ο γείτονας δεν ξέρω, αλλά κρατιέται καλά. Η γυναίκα του πάντως δεν την γλίτωσε – εδώ και κάμποσο καιρό την έχει χτυπήσει ένα καραμπινάτο Αλζχάιμερ και νομίζει ότι περιμένει τον ανηψιό της να την πάει εκδρομή.
«Όταν κάτι είναι να πάει στραβά, θα πάει.» Η πόρτα της πίσω αυλής είναι κλειδωμένη με αλυσίδα. Την έχουμε για να την κλείνουμε το βράδυ, μη μπει κανένας και μας νοικοκυρέψει – αν και δεν έχω ιδέα ποιός μαλάκας θα έμπαινε στην πίσω αυλή μας όπου το πολυτιμότερο πράγμα που έχουμε είναι οι γλάστρες με τον βασιλικό. Ξανά τον γύρο το τετράγωνο. Καθώς βγαίνω πάλι στον δρόμο, βλέπω μακριά μια ομίχλη να έχει καλύψει τα πάντα. Η πιο μακρινή απόσταση που διακρίνεται είναι περίπου στο γήπεδο της πόλης, κάπου ένα χιλιόμετρο μακριά. Από κει και πέρα, μόνο άσπρο. Για λίγο, για ένα δευτερόλεπτο μόνο, μου δημιουργείται μια παράξενη εντύπωση: ότι το μοναδικό πράγμα σε όλο τον κόσμο είναι ένα νησάκι που αιωρείται στο τίποτα, δύο χιλιόμετρα μήκος και άλλο τόσο πλάτος, με μια πόλη πέντε χιλιάδων κατοίκων σφηνωμένη στο κέντρο του. Εχω την εντύπωση ότι, αν προχωρήσω από το σπίτι μου προς το γήπεδο, κάπου στο ύψος του Γυμνασίου θα δω τον δρόμο να κόβεται απότομα, να τελειώνει σε έναν απύθμενο γκρεμό απ’όπου, αν πέσεις, δεν σταματάς πουθενά.
Η εντύπωση είναι πολυ έντονη. Σχεδόν αληθινή. Όμως κρατά ελάχιστα. Μερικά δευτερόλεπτα μόνο. Καθώς χτυπάω το κουδούνι και περιμένω κάποιος να μου ανοίξει, καταλαβαίνω ότι είμαι πολύ κουρασμένος, πολύ παγωμένος και πολύ βαριεστημένος για να τρομάξω.

Advertisements

Posted in προσωπικά | Leave a Comment »