Adequatio Intellectus Et Rei

Blog για όλους και για όλα

Archive for the ‘κινηματογράφος’ Category

Ladyhawke

Posted by geysser στο Απρίλιος 7, 2009

Ladyhawke_CoverΌσοι αυτοχαρακτηρίζονται ορθολογιστές (εμού συμπεριλαμβανομένου) ας μην γελιόνται άλλο και ας μην κρύβονται πια πίσω από το ρεαλιστικό τους δάχτυλο: η επώδυνη – ή ευχάριστη, ανάλογα με την οπτική γωνία – αλήθεια είναι ότι το παραμύθι και η παραμυθία χρειάζονται, είναι απαραίτητα και αποτελούν ουσιαστικό κομμάτι οποιουδήποτε πολιτισμικού status quo. Ο κινηματογράφος φυσικά αγκάλιασε το παραμύθι – αναμενώμενο, μια και όλες τις μορφές τέχνης έχουν σχέση σχεδόν ερωτική μεταξύ τους -, άλλοτε με πανέμορφα αποτελέσματα, άλλοτε όχι. Στην πρώτη κατηγορία αναμφίβολα ανήκει το «Ladyhawke». Πέρασε καιρός από τότε που το πρωτοείδα αλλά, σαν το παλιό, καλό κρασί, την τελευταία φορά που το πέτυχα, μου φάνηκε ομορφότερο από ποτέ.
Η ιστορία διαδραματίζεται στην μεσαιωνική Ιταλία, στην πόλη Aquilla, από τα διαβόητα μπουντρούμια της οποίας δραπετεύει ο πιτσιρικάς αλλά ικανότατος κλέφτης Phillipe Gaston, ή αλλιώς, Phillipe ο Ποντικός. Μπροστά στην πιθανότητα ξεσηκωμού εξαιτίας του πρωτοφανούς γεγονότος, ο σατανικός Επίσκοπος της Aquilla εξαπολύει ανθρωποκυνηγητό για την σύλληψη του Gaston, ο οποίος διασώζεται την τελευταία στιγμή χάρη στην παρέμβαση ενός μαυροντυμένου, μυστηριώδους ιππότη, του Ettiene της Ναβάρας. Από την στιγμή εκείνη, ο Phillipe βρίσκεται στη μέση ενός παραμυθιού στο οποίο πρωταγωνιστούν ο ίδιος ο Ettiene, ενα γεράκι που τον ακολουθεί παντού, ένας μεθύστακας αλλά καλοσυνάτος ιερομόναχος και μια πανέμορφη γυναίκα που εμφανίζεται μόνο την νύχτα, συνοδευόμενη από έναν τεράστιο, μαύρο λύκο.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του ιππότη Ettiene βρίσκεται ο Ολλανδός Rutger Hauer, στο απόγειο της καριέρας του – λίγο μετά από το κορυφαίο «Blade Runner» και λίγο πριν το ανατριχιαστικό «Hitcher». Σωστή επιλογή θα μπορούσα να πω, μια και το παγερό του βλέμμα έρχεται σε ευχάριστη αντίθεση με τον φωτεινό,ανδρείο και ιδεαλιστικό χαρακτήρα του Ettiene, τον οποίο προσεγγίζει με επαγγελματισμό και αξιοπρέπεια, χωρίς να τον φορτώνει με υπερβολές. Δίπλα του ο, πιτσιρικάς τότε, Matthew Broderick, τον οποίο δεν χανετε τίποτε αν δεν τον θυμάστε στο πρόσφατο τερατούργημα – μάλλον…δεινοσαυρούργημα! – του Ronald Emmerich, το «Godzilla», αλλά μάλλον αξίζει τον κόπο να τον δείτε στο «Glory» του 1989. Ως πιτσιρικάς Phillipe Gaston, ο Broderick δένει ευχάριστα με την πλοκή και την ατμόσφαιρα της ταινίας, προσφέροντας τον απαραίτητο sidekick και την σωστή δόση «πλακίτσας». Τέλος, η πραγματική θεά (επιτρέψτε μου την υπερβολή, μια και τυγχάνω επί χρόνια ερωτευμένος μαζί της!) Michelle Pfeiffer μπορεί να προσφέρει τα απολύτως απαραίτητα από πλευράς ερμηνείας (προηγείται μόνο το «Scarface» στο παλμαρέ της, ενώ τα καλά – «Dangerous Liaisons»,»Batman Returns»,»Love Field», «Frankie & Johnnie»-, θα έρθουν μετά για να την αναδείξουν στην σπουδαία ηθοποιό που είναι σήμερα), αλλά και μόνο η θέαση των ανατριχιαστικά όμορφων ματιών της και της αιθέριας μορφής της, φτάνει και περισσεύει.
Σε δεύτερους ρόλους, ο πολυπράγμων καρατερίστας Leo McKern («Omen») στον ρόλο του μπεκρή ιερέα Imperius είναι χαριτωμένος και αρκούντως χοντρούλης, ενώ πολύ καλός «κακός» είναι και ο John Wood του «Chocolat» στον ρόλο του σατανικού Επισκόπου. Κι ενα μικρό, ευχαριστο πέρασμα του Alfred Molina (αγαπημένος!) στον ρόλο του brutal, βρωμύλου λυκοκυνηγού Cezar.
Ο παραμυθάς Richard Donner σκηνοθετεί σε ένα είδος στο οποίο είναι «μανούλα» («Goonies»,»Legend») και κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα. Μεσαίωνας, πανάρχαιες κατάρες, περιπέτεια, έρωτας και μια γενναία δόση χιούμορ, πρωταγωνιστούν και στο σενάριο του Ed Khmara («Enemy Mine») το οποίο, αν και σχηματικό και προβλέψιμο, εξελίσσεται με σεβασμό απέναντι το κινηματογραφικό είδος το οποίο υπηρετεί. Πανέμορφη η φωτογραφία του Vittorio Storaro, καθώς και τα σκηνικά και κοστούμια, και άκρως εξυπηρετικά ο ήχος και τα ειδικά εφέ που τσίμπησαν και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ, αλλά μάλλον από κεκτημένη ταχύτητα.
Α, ξέχασα! Στην μουσική ο Alan Parsons των Alan Parsons Project: όμορφη, μοντέρνα και ατμοσφαιρική.
Το «Ladyhawke» προσφέρεται γενικά για δύο ώρας ανεμελιάς και αποτοξίνωσης. Είναι μια ταινία η οποία δεν προσφέρεται για υπερκατανάλωση, αλλά για ένα ευχάριστο βράδυ με πίτσα και καλή παρέα. Και, μεταξύ μας, χάρηκα πολύ που την ξαναείδα μετά από τόσο καιρό.

Ladyhawke_3Ladyhawke_2Ladyhawke_1

Bαθμολογία……….7
International Movie Database: http://www.imdb.com/title/tt0089457

Trivia:Σαν promotion,διαδώθηκε ότι το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο σε κάποιον μεσαιωνικό ευρωπαϊκό μύθο. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Από την άλλη, η Isabeau του Anjou, την οποία υποδύεται η Michelle Pfeiffer, βασίζεται μάλλον στην υπαρκτή Isabella του Anjou, νύφη του Ερρίκου Α’ και Ηγουμένη του Αββαείου του Fontervraud.

Advertisements

Posted in κινηματογράφος | 3 Σχόλια »

Gran Torino

Posted by geysser στο Μαρτίου 2, 2009

Gran_Torino_CoverΗ στιγμή του αποχωρισμού δεν είναι ποτέ εύκολη, για κανέναν. Όταν έχεις ζήσει τόσα πολλά με έναν άνθρωπο, όταν έχεις περάσει μέσα από φωτιά και χαλάζι μαζί του, όταν έχεις ερωτευτεί και έχεις μισήσει όσα έχει ερωτευτεί και μισήσει ο ίδιος, το «αντίο» μοιάζει αδύνατο, κλείνει τον λαιμό σου με έναν αβάσταχτο κόμπο, ώσπου στο τέλος νοιώθεις κενός όταν καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην πραγματικη ζωή. Συμβαίνει και στην μεγάλη οθόνη. Ή, μάλλον, στην σχέση που αναπτύσσεις με την μεγάλη οθόνη, όταν ζεις μπροστά της για όσο καιρό μπορείς να θυμάσαι τον εαυτό σου. Και, σας διαβεβαιώνω, είναι το ίδιο επώδυνο. Όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους, με ένα αδιόρατο σφίξιμο, έπιασα τον εαυτό μου να μιμήται τον John Cusak στο «Hi Fidelity»: «Thanks, Boss!». Και, φυσικά, ξαναπάτησα το Play.
O Clint Eastwood είναι ο Walter Kowalsky. Βετεράνος του πολέμου της Κορέας, αποξενωμένος από τα παιδιά του, ρατσιστής, πικρόχωλος και επώδυνα κυνικός, ζει στο σπίτι του κάπου στο Μίτσιγκαν, με μόνη του συντροφιά – μετά τον θάνατο της γυναίκας του- έναν εξίσου γερασμένο σκύλο, έναν νεαρό ιερέα που πασχίζει να βρεί μια δίοδο επικοινωνίας, και μια φροντισμένη Gran Torino του ’72, ένα από τα λίγα όνειρα που κατάφερε να πραγματοποιήσει. Καθημερινά, στα γύρω σπίτια και στις οικογένειες των «σχιστομάτηδων» βιετναμέζων προσφύγων που θεωρεί ότι τον έχουν περικυκλώσει, βλέπει την πτώση του Αμερικάνικου Ονείρου για το οποίο ο ίδιος πολέμησε, βλέπει την σήψη του κόσμου του, και στάζει χολή, φτύνωντας την αηδία του στο καλοκουρεμένο γκαζόν του. Ώσπου μια ημέρα συλλαμβάνει τον νεαρό γιο της διπλανής οικογένειας να προσπαθεί να κλέψει την Gran Torino του, σαν αποστολή μύησής του σε μια συμμορία ομοεθνών του. Ο νεαρός υποχρεώνεται από την αυστηρά παραδοσιακή οικογένειά του να δουλέψει για λογαριασμό του Walt, σαν εξιλέωση. Η σχέση που αναπόφευκτα αναπτύσσεται ανάμεσα στον νεαρό, την οικογένειά του και τον ίδιο τον Walt, δίνει στον τελευταίο ένα σημαντικό μάθημα: ότι, παρά την πικρία του, παρά τους εφιάλτες του πολέμου που κουβαλάει μέσα του, παρά το μίσος που πιστεύει ότι τρέφει για τους, κάποτε αντιπάλους του «κιτρινιάρηδες», τελικά είναι ένας καλός άνθρωπος.
Ο Clint Eastwood σκηνοθετεί, ο Clint Eastwood πρωταγωνιστεί, ο Clint Eastwood στο τέλος μας παίρνει τα ρέστα. O Walter Kowalski είναι ο Dirty Harry γερασμένος, αλλά όχι κουρασμένος, είναι ο William Munny λυτρωμένος και πιο σοφός, είναι ο Frankie Dunn που έχει κρεμάσει τα γάντια του και μας κοιτάζει από ψηλά. Είναι ο τελευταίος, ο πραγματικός, ο πιο ανόθευτος action hero. Χωρίς πυροβολισμούς, χωρίς φανφάρες, χωρίς «ταρζανιές». Όταν κοιτάζει στα μάτια τον νεαρό κινέζο της συμμορίας και του λέει «θα σου ανοίξω μια τρύπα στην μάπα και μετά θα πάω να κοιμηθώ», ξέρεις ότι το εννοεί. Αλλά ξέρεις ταυτόχρονα ότι δεν θα το κάνει. Όχι γιατί φοβάται. Αλλά γιατί και μόνο η φωνή του φτάνει και περισσεύει. Μας θλίβει και μας εξοργίζει η επιδεικτική άγνοια της Ακαδημίας στα φετινά Όσκαρ, αλλά, σε τελική ανάλυση, ποιός νοιάζεται; Ο Clint δεν έχει τίποτα να αποδείξει.
Η σκηνοθετική του μανιέρα, από την άλλη, δεν προκαλεί εκπληξη. Θλιμμένη ευαισθησία, λυρικότητα, σοφία και ένα πικρόχωλο χιούμορ, η ματιά του μεγάλου σκηνοθέτη σαρώνει το παρελθόν και το συγκεντρώνει στις σωστές δώσεις στο πανί. Ένα ποτ-πουρί των περασμένων διαμαντιών του, το «Gran Torino» είναι στην ουσία μια αποτίμηση, μια αντικειμενική ματιά στον ίδιο του τον εαυτό, χωρίς εγωισμούς και ματαιοδοξίες, αλλά με αληθινή διάθεση αυτογνωσίας. Είναι το τελευταίο ποίημα ενός μεγάλου ηθοποιού, και ταυτόχρονα η καινούργια αρχή ενός μεγάλου σκηνοθέτη. Ενα, πραγματικά, Gran Finalle, όπως και της ίδιας της ταινίας.Λίγα μόνο λόγια για τους ηθοποιούς που τον πλαισιώνουν, χωρίς όμως να αποτελούν απλώς «γλάστρες», αλλά αναπτύσσοντας τον χαρακτήρα τους σιωπηλά και με σεβασμό. Ο τηλεοπτικός Cristopher Carley στον ρόλο του νεαρού πάστορα ακολουθεί αποτελεσματικά, η νεαρή Ahney Her, δυναμική, ευαίσθητη και γλυκύτατη στον ρόλο της Sue, ο πιτσιρικάς Bee Vang ώριμος μέσα στην νεανικότητα του στον ρόλο του «μαθητή» Thao.Τα ζενερικ πέφτουν. Η Gran Torino απομακρύνεται σιγά-σιγά. Στενοχωριέμαι που δεν θα ξαναδώ έναν από τους αγαπημένους μου ηθοποιούς. Ταυτόχρονα όμως, περιμένω με ανυπομονησία το επόμενο διαμάντι του. Κάτι μου λέει πως δεν θα αργήσει!

Gran_Torino_3Gran_Torino_2Gran_Torino_1

Βαθμολογία……….9

International Movie Database: http://www.imdb.com/title/tt1205489

Trivia:Στην ουσία, κανείς από τους ασιατες που εμφανίζονται στην ταινία δεν είναι ηθοποιός! Ο μόνος που έχει εμφανιστεί ξανά σε ταινία, είναι ο Doua Moua, που παίζει τον ρόλο του αρχηγού της συμμορίας, Spider.

Posted in κινηματογράφος | 9 Σχόλια »

Dark Knight/Batman Begins

Posted by geysser στο Αύγουστος 4, 2008

Dark_Knight_CoverBatman_Begins_CoverΕίναι γεγονός ότι ποτέ δεν συμπαθούσα τους υπερήρωες. Κατ’ επέκταση, οι ταινίες με πρωταγωνιστές υπερήρωες περνούσαν στα ψιλά της κινηματογραφικής μου παιδείας. Το όλο concept – θεματική αν προτιμάτε – είναι ξεπερασμένο και παλιομοδίτικο: ένας απλός άνθρωπος στην αρχή (λίγοι είναι οι υπερήρωες που δεν ανήκουν στο είδος μας), μετά από κάποιο ατύχημα ή καπρίτσιο (θέλετε ραδιενεργή αράχνη, θέλετε επιστημονικό πείραμα που πηγαίνει στραβα, θέλετε γενετική ανωμαλία…το θέμα είναι ότι ποτέ δεν γίνεται εσκεμμένα) συνειδητοποιεί την μοναδικότητά του και αρχίζει να την χρησιμοποιεί για το γενικό καλό. Κάπου εκεί οι κακοί αρχίζουν να ξεφυτρώνουν σα τα μανιτάρια, συνήθως με παρεμφερείς ικανότητες ή αστείρευτα αποθέματα χρήματος και πάντα με την μανία να κατακτήσουν τον κόσμο. Βάλτε στην συνταγή και την απαραίτητη γκόμενα-μπιμπελό-αντικείμενο του πόθου, και η όποια πιθανότητα πρωτοτυπίας παει περίπατο.
Όταν ο υπερήρωας μεταπηδάει από το χαρτί στο πανί, τα πράγματα δεν αλλάζουν. Παρά τα όσα twist ‘n’ turns (για όσους δεν κατάλαβαν, πρόκειται για τις μεταστροφές από το κυρίως θέμα που σαν σκοπό έχουν την έκπληξη), τα πράγματα είναι προβλέψιμα και το ίδιο βαρετά. Ξανά μανά ο υπερήρωας αγωνίζεται για το κοινό συμφέρον, ξανά ενάντια σε κάποιον κακό που θέλει τον κόσμο στο τσεπάκι του, ξανά η γκόμενα πέφτει στα πόδια του. Κι αν δεν συμβούν αυτά στην ταινία, θα συμβούν στο sequel το οποίο με μαθηματική ακρίβεια θα ακολουθήσει. Το μόνο που μένει στο τέλος είναι η προσέγγιση: του σκηνοθέτη και κατ’ επέκταση της ταινίας.
Επειδή βλέπω ότι ο πρόλογος μακραίνει επικίνδυνα, ας περάσω στο κυρίως θέμα. Ο Batman λοιπόν, δεν κατάφερνε να ξεφύγει από την πεπατημένη. Οι πρώτες προσεγγίσεις του Burton, αν και εξαιρετικά φροντισμένες, δεν καινοτομούν. Το story, τόσο στο «Batman» όσο και στο «Batman Returns» κινείται σε γνώριμα μονοπάτια και δεν προσφέρει τίποτα το καινούριο. Μάχη Καλού-Κακού (Batman-Jocker στην πρώτη, Batman-Penguin στην δεύτερη), η απαραίτητη γκόμενα (Kim Basinger στην πρώτη, γουστάρω-τρελά-Michelle Pfeiffer στην δεύτερη – κι εδώ βρίσκουμε την πρώτη απόπειρα πρωτοτυπίας, καθώς το αντικείμενο του πόθου γίνεται αντίπαλος), η τελική νίκη και η υπόσχεση της συνέχειας. Η οποία συνέχεια καλό είναι να σβηστεί δια παντώς από την Κινηματογραφική Εγκυκλοπαίδεια: πρόκειται για δύο εκτρώματα δια χειρός Joel Schumacher, και το ποιό αποτυχημένο casting στην ιστορία του υπερήρωα (Val Kilmer στην πρώτη, George Clooney στην δεύτερη). Κι ενώ περιμέναμε μια τελειωμένη ιστορία και την κινηματογραφική κηδεία της νυχτερίδας, μπαίνει στον χορό ο Christopher Nolan.
Εδώ πρέπει να σας προειδοποιήσω για κάτι. Μπορεί ο τίτλος του post να ειναι «Dark Knight», αλλά συνειδητοποιώ ότι είναι αδύνατο να προχωρήσω στο ίδιο μοτίβο με παλαιότερες κριτικές που έχω γράψει. Ο Batman της «Nolan» Εποχής αποτελεί μια ολόκληρη θεματική από μόνη της, η ίδια περίπτωση με το «Lord of the Rings» του Jackson, όπου είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις την μια ταινία από την άλλη. Ίσως πριν το «Dark Knight» να ήταν αποδεκτή μια κριτική του «Batman Begins» ως αυτόνομη ταινία, αλλά τώρα που το παζλ έχει συμπληρωθεί, τα πράγματα αλλάζουν. Λίγη υπομονή λοιπόν.
Ο Nolan προσεγγίζει τον ήρωα εντελώς διαφορετικά. Το βασικό στοιχείο εδώ δεν είναι η κλασική συνταγή, αλλά η ψυχολογία του χαρακτήρα. Μην ξεχνάμε ότι ο Nolan είναι «μανούλα» στην ψυχολογία («Memento»), και ο Batman προσφέρει γόνιμο έδαφος. Από την μια ο Batman/Bruce Wayne και από την άλλη ο Batman/Σύμβολο, οι δύο πλευρές μιας διχασμένης προσωπικότητας που, όσο και να αντιπαλεύουν η μια την άλλη, στο τέλος συμβιβάζονται. Όλα τα αλλα – οι «κακοί», η τελική μάχη, η σωτηρία – απλά πλαισιώνουν το βασικό στοιχείο της ιστορίας, που είναι η μετάβαση/μεταμόρφωση ενός ανθρώπου σε σύμβολο και ο τελικός συμβιβασμός με τα φαντάσματα που τον κυνηγούν.
Στο «Dark Knight», το σύμβολο έχει ωριμάσει. Μέσα από την ωριμότητα αυτη, τα φαντάσματα έχουν ηρεμήσει, ο διχασμένος του εαυτός έχει αποδεχθεί την πραγματικότητα, και έχει έρθει η ώρα να «πιασει δουλειά».Αυτή την φορά, αντίπαλος δεν είναι ο εαυτός του, αλλά το alter ego του, η υπερβολή του παρανοικού κομματιού του. Ο Jocker δεν είναι απλά ένας «κακός». Είναι η αναπόφευκτη σύγκρουση με τον έξω κόσμο, δεν είναι οι φόβοι που φωλιάζουν στο μυαλό του, αλλά ο Φόβος των άλλων. Εδώ για πρώτη φορά καλείται να γίνει από αντιήρωας ήρωας.
Βλέποντας και τις δύο ταινίες μαζί, τα πράγματα είναι απλά – όσον αφορά το κινηματογραφικό μέρος αυτής της κριτικής (μάλλον ανάλυσης). Ο Christopher Nolan παίρνει έναν τελειωμένο χαρακτήρα και τον αναγεννά από τις στάχτες του, προσφέροντας πρωτοτυπία, φρεσκάδα και ουσία σε ένα κινηματογραφικό είδος που δεν προσφέρεται για κανένα από τα τρια. Στο πιο δύσκολο κομμάτι, στον ρόλο του Batman, ειλικρινά δεν ξέρω ποιός άλλος θα μπορούσε να είναι από τον Christian Bale, ο οποίος ξεπερνά για άλλη μια φορά τον εαυτό του στο ζήτημα του method acting. Σοβαρός, καλά διαβασμένος και με στιβαρή ερμηνεία, απλά και μόνο ο καλύτερος Batman. Σε δεύτερους ρόλους, οι σπουδαίοι Michael Caine και Morgan Friemman, προσφέρουν την εγγύησή της εμπειρίας τους. Το μόνο ατόπημα, η κρυόκωλη και εντελώς ανοργασμική Katie Holmes, διορθώνεται στο Dark Knight από την αγαπημένη μου προστυχόφατσα, την Maggie Gyllelhaal.
Αφήνω για το τέλος το πραγματικό διαμάντι της διλογίας. Χωρίς στην πραγματικότητα να μας έχει προϊδεάσει – η υποψηφιότητα στο «Brokeback Mountain» ήρθε μάλλον από κεκτημένη ταχύτητα- o Ηieth Ledger κόβει πραγματικά την ανάσα σαν Jocker. Συγνώμη Jack (Nicholson, o Jocker στο πρώτο «Batman»), αλλά, όσο μεγάλος ηθοποιός και να είσαι, ο μικρός σε κάνει σκόνη! Τρομακτικός, με την τρέλα να στάζει σε κάθε του ατάκα, ένα νευρόσπαστο που σκοτώνει γιατί έτσι του ήρθε, ο Jocker του Ledger δεν είναι κλόουν, αλλά αληθινά και ουσιαστικά παρανοικός. Μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε το πρώτο Όσκαρ ερμηνείας σε ταινία με υπερήρωες, έστω και μεταθανάτιο – ο Ledger βρέθηκε νεκρός από υπερβολική δόση, λίγο μετά τα γυρίσματα της ταινίας.
Κλείνω εδώ. Mε λίγα λόγια, η διλογία του Nolan είναι, πολύ απλά, οι καλύτερες ταινίες υπερηρώων, ο Christian Bale ο καλύτερος Batman και η ερμηνεία του Ledger η πιο σοκαριστική μετά την Kathy Bates στο Misery. Περιττό βέβαια να πω ότι δεν πρέπει με τίποτα να τις χάσετε.

Dark_Knight_1Dark_Knight_2Batman_Begins_1Batman_Begins_2

Βαθμολογία (Batman Begins)……….8
Βαθμολογία (Dark Knight)……………9

International Movie Database (Batman Begins): http://www.imdb.com/title/tt0372784/
International Movie Database (Dark Knight): http://www.imdb.com/title/tt0468569/

Posted in κινηματογράφος | 3 Σχόλια »

The Usual Suspects

Posted by geysser στο Μαΐου 3, 2008

Usual_Suspects_CoverΈνα ερώτημα που σε βασανίζει επίμονα, σαν χαλασμένο δόντι: όσο κι αν σ’ενοχλεί, όσο κι αν θες να το αγνοήσεις, δεν μπορείς. Το σκαλίζεις με την γλώσσα, τρίβεις το μάγουλό σου, εκεί που πιέζεις τον εαυτό σου, αυτό επιστρέφει, μ’εκείνο το μουντό σφυροκόπημα που δεν είναι ακριβώς πόνος, αλλά κάτι χειρότερο, ένας παλμός στα νεύρα σου, ένα εκνευριστικό γαργάλημα, προορισμένο ή να υποχωρήσει ή να σε τρελάνει. Ένα ερώτημα…ένα αίνιγμα…ένα μυστήριο, ένας λαβύρινθος φτιαγμένος από τον ίδιο τον Διάβολο, χωρίς έξοδο, χωρίς λύση, χωρίς απάντηση. Αλλά συνεχίζεις … και συνεχίζεις…και συνεχίζεις… ώσπου να πέσεις κάτω ξερός. Ένα ερώτημα … ένα αίνιγμα…ένα μυστήριο:»Ποιος είναι ο Keyzer Soze;»
Δεκαπέντε πτώματα ανασύρονται από ένα φλεγόμενο πλοίο στο λιμάνι του San Pedro. Μόνο δύο φαίνεται να έχουν επιζήσει από το μακελειό: ένας σακατεμένος Ούγγρος στα πρόθυρα της τρέλας, και ένας κουτσός που κρατείται στο Αστυνομικό Τμήμα της Νέας Υόρκης. Ανάμεσα στους νεκρούς, τέσσερα άτομα, τέσσερις κακοποιοί δεμένοι μεταξύ τους με ένα πολύπλοκο δίχτυ παρανομίας και διαπλοκής: ο Keaton, πρώην διεφθαρμένος αστυνομικός που προσπαθεί να ξαναφτιάξει την ζωή του, ο Fenster , ένας Λατίνος δανδής με απίστευτο στυλ και ακατάληπτη προφορά, ο McManus, κορυφαίος ληστής, κενός, χωρίς ηθικές αρχές και χωρίς ψυχραιμία, και ο Hockney, μικροκακοποιός που προσπαθεί να πιάσει την καλή. Πέμπτο κομμάτι στο παζλ, ο κουτσός και σακάτης Verbal Kid, ο μόνος που μπορεί να ρίξει φως στην ιστορία.»Όλα άρχισαν με εκείνη την ανάκριση στη Νέα Υόρκη, πριν έξι μήνες», αρχίζει την διήγηση του στον Ντετέκτιβ Kujan, έναν σκληροτράχηλο, ψημένο αστυνομικό που κυνηγάει το «μεγάλο δώρο»: τον Keaton. Καθώς όμως η ιστορία του Kid εκτυλίσσεται, ένα όνομα αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του, ένα πρόσωπο από την σφαίρα του μύθου, ένας άνθρωπος με απίστευτη δύναμη που κινεί τα νήματα χωρίς να γίνεται αντιληπτός: ο Keyzer Soze. Ο Διάβολος αυτοπροσώπως.
Θα ήθελα πολύ να αρχίσω την κριτική μου για την ταινία από τους ηθοποιούς, αλλά μοιάζει μάταιο. Ούτε μπορώ να βρω τις κατάλληλες εκφράσεις χωρίς να ακουστώ πομπώδης και υπερβολικός. Είναι σπάνιες οι φορές που ο τίτλος του πρωταγωνιστή γίνεται τυπικός και ανούσιος, και οι «Συνήθεις Ύποπτοι» ανήκουν σ’αυτή την κατηγορία. Ποιος μπορεί να θεωρηθεί πρωταγωνιστής εδώ; Αν αρχίσουμε από το «βαρύ πυροβολικό» – το Όσκαρ Α’ Αντρικού Ρόλου δεν θα μπορούσε να γράφει άλλο όνομα από εκείνο του Kevin Spacey – καταλήγω να αφήσω απέξω τον Chazz Palminteri στον ρόλο του Ντετέκτιβ Kujan. Συνεχίζοντας με τον Gabriel Byrne στον ρόλο του Keaton, ρίχνω λιγότερο βάρος στον εξαιρετικό Peter Postlethwaite (απλά και μόνο ανατριχιαστικός σαν Kobayashi). Να γράψω για τον Benicio Del Toro (μόνο θαυμάστε το στυλ του!) και να αφήσω τους Stephen Baldwin και Kevin Pollak; Αδύνατον. Τι κι αν ο Peter Greene κάνει ένα πέρασμα λίγων μόνο λεπτών; Τι κι αν μπορεί να μην θυμάστε τον Dan Hedaya σε άλλο ρόλο; Βλέποντας την ταινία, το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορείς να καταλήξεις είναι ότι κανείς, απολύτως κανείς δεν θα μπορούσε να λείπει.
Κι επειδή στον κινηματογράφο όλα συνδέονται, το ίδιο μάταια είναι και κάθε απόπειρα για κριτική στον Bryan Singer. Τρίτη μόλις ταινία του τριαντατριάχρονου – σήμερα- Αμερικανού σκηνοθέτη, το «Usual Suspects» τον εκτινάσσει στο ρετιρέ του Hollywood. Θα ακολουθήσει το εξαιρετικό «Apt Pupil», τα ποτάμια δολαρίων των X-Men και το «φρεσκαδούρικο» «Superman Returns», αλλά ήδη ο Singer δεν έχει να αποδείξει τίποτα και σε κανέναν.
Τρίτο σενάριο και για τον Christopher McQuarrie. Ένας παρανοϊκός λαβύρινθος που θα μπορούσε να βγει είτε από το κεφάλι ενός τρελού είτε από το ακούραστο μυαλό μιας ευφυίας, γραπώνεται πάνω σου, τυλίγεται και δεν σε αφήνει σε ησυχία. Μετά το ρολάρισμα των τίτλων τέλους, δεν σου αφήνει άλλη επιλογή εκτός από την επανάληψη. Και πάλι, σαν να είναι η πρώτη φορά, το ερώτημα παραμένει. Κι εκεί που πιστεύεις ότι έχεις βρει την απάντηση, πάντα κάτι θα βρεθεί να ανατρέψει τα πάντα, στέλνοντας σε στην αρχή. «Ποιος είναι ο Keyzer Soze;». Μήπως μου έχει ξεφύγει κάτι; Από την πρώτη ατάκα εως το απαράμιλλης μαεστρίας φινάλε – που απλώς κάθεσαι και το θαυμάζεις – ψάχνεις για την παραμικρή λεπτομέρεια, για την ελάχιστη εκείνη ένδειξη που θα σου λύσει τις απορίες. «Ποιος είναι ο Keyzer Soze;». Και ξανά…»Ποιος είναι ο Keyzer Soze;». Ποιος;;;
Οι Συνήθεις Ύποπτοι είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις ταινιών που αξίζουν πολλαπλή θέαση. Θα μπορούσα να την παραλληλίσω με την Route 66: δεν την βλέπεις για να καταφέρεις να λύσεις το μυστήριο, να δεις τι βρίσκεται στο τέλος του δρόμου. Την βλέπεις για την απόλαυση του ταξιδιού. Ξανά, και ξανά…και ξανά.

Usual_Suspects_1Usual_Suspects_2Usual_Suspects_3

Βαθμολογία……….Χρειάζεται να το πω;;;

International Movie Database: http://www.imdb.com/title/tt0114814/

Trivia: Τόσο ο Christopher McQuarrie, όσο και οι υπόλοιποι συντελεστές της ταινίας, έχουν ερωτηθεί άπειρες φορές το βασανιστικό ερώτημα: «Ποιος είναι ο Keyzer Soze;». Ο μόνος που έδωσε μια διαφορετική απάντηση από το «Δεν μπορώ να πω!», ήταν ο Bryan Singer, όταν ρωτήθηκε στην απονομή των Όσκαρ:» Έχω την εντύπωση ότι ούτε κι ο ίδιος ο Christopher ξέρει!»

Posted in κινηματογράφος | 8 Σχόλια »

Jarhead

Posted by geysser στο Ιανουαρίου 3, 2008

Jarhead_CoverΠάει καιρός από τότε που ξεμπέρδεψα με το βάσανο της θητείας αλλά, ακόμα και τώρα, νοιώθω μια αναγούλα όταν βλέπω στρατιωτικό. Δεν θα το έλεγα φόβο, ούτε μίσος. Είναι μάλλον μια αίσθηση ματαιότητας, η σκέψη ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει ούτε πρόκειται να αλλάξει, εκείνο το κενό στο στομάχι κάθε φορά που η λογική σου δέχεται την σφοδρή επίθεση της πραγματικότητας του στρατοπέδου. Ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, μικρά πράγματα έρχονται και ξυπνάνε μέσα μου αυτά τα συναισθήματα, τραβάνε πονηρά στο φως τις αναμνήσεις που έχω προσεκτικά καταχωνιάσει στα πιό βαθιά συρτάρια του μυαλού μου. Το «Jarhead» είναι ένα από τα μικρά αυτά πράγματα. Και αυτό που μου ξύπνησε είναι η πιό σημαντική συνειδητοποίηση που είχα όταν υπηρετούσα: πόσο απαίσιο είναι να σε αναγκάζουν να κάνεις κάτι εντελώς ανούσιο.
Βασισμένη στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του πρώην καταδρομέα Anthony «Swoff» Swofford, η ταινία παρουσιάζει τα όσα έζησε στην διάρκεια της θητείας του, από την κατάταξή του μέχρι την απόλυσή του από τον πρώτο πόλεμο στον Περσικό. Όταν καλείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ενός παρανοϊκού πολέμου, καταλαβαίνει ότι τίποτε δεν είναι όπως του τα έμαθαν. Οι ανώτεροί του δεν είναι ήρωες αλλά ανούσιοι φαφλατάδες, οι συνάδελφοί του δεν είναι φίλοι αλλά ο κακός του εαυτός, ο πόλεμος δεν γίνεται για την πατρίδα ή τα ιδανικά, αλλά για τους ηλίθιους που τον έβαλαν εκεί. Στην προσπάθειά του να αντέξει, αγκιστρώνεται απελπισμένα σε δύο άτομα: στον επικελευστή του Sykes και στον συνάδελφό του Troy. Από τον πρώτο προσπαθεί να ξαναβρεί την λογική που έχει χάσει και από τον δεύτερο προσπαθεί να βρει τον φίλο που δεν είχε ποτέ. Στο τέλος αποτυγχάνει και στα δύο, αλλά όχι χωρίς να έχει πάρει ένα σημαντικό μάθημα: ότι και ο ίδιος έχει αλλάξει ανεπανόρθωτα.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο εικοσιεπτάχρονος Jake Gyllenhaal δίνει εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στο σαρκαστικό, στο κωμικό και στο τραγικό στοιχείο ενός χαρακτήρα που ωριμάζει απότομα μέσα από καταστάσεις που αδυνατεί να καταλάβει. Με μια υποψηφιότητα για Όσκαρ – για το αμφιλεγόμενο «Brokeback Mountain» – ένα BAFTA και εννιά ακόμα μικρότερα βραβεία (διόλου ευκαταφρόνητο portfolio για την ηλικία του ), αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται να ξεμπερδέψουμε εύκολα μαζί του. Κεκτημένη ταχύτητα; Παροδικό φαινόμενο; Κατά την γνώμη μου, απλώς και μόνο ταλέντο. Περιμένω με ανυπομονησία το «Zodiac», αλλά είμαι σίγουρος ότι ο Gyllenhaal έχει όλα τα προσόντα να αναδειχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του.
Δίπλα του και στον ρόλο του επικελευστή Sykes ο «πολύς» James Foxx, που μετά το «Ray» και το «Collateral» συνεχίζει να με εντυπωσιάζει. Με εξαιρετική μαεστρία και με μια δόση πλάκας, ο Foxx αποδίδει τον ρόλο ενός ανθρώπου που αγαπάει αυτό που κάνει αλλά χωρίς να έχει βυθιστεί στον παραλογισμό του «καραβανά». «Νομίζεις ότι είσαι ο μόνος που έχει βαρεθεί;», λέει στον Swofford όταν τον τιμωρεί. Ο Sykes έχει βαρεθεί. Έχει βαρεθεί τον πόλεμο, έχει βαρεθεί τον στρατώνα, έχει βαρεθεί την στολή και τα παραγγέλματα. Αλλά αυτή είναι η δουλειά του. Και καταφέρνει να βρει ευχαρίστηση σ’ αυτή.
Ένας ηθοποιός που χαρακτηρίζω «ήρεμη δύναμη», ο Peter Sarsgaard βρίσκεται στον ρόλο του Troy, αλλά θέλω να επισημάνω τον Brian Geraghty στον ρόλο του ήρεμου και λίγο χαζούλη Fergus. Και δεν μπορώ να μην νοιώθω ευτυχισμένος όταν βλέπω τον αγαπημένο μου Chris Cooper σε ένα σύντομο πέρασμα στον ρόλο του απόλυτου «καραβανά», Αντισυνταγματάρχη Kazinski.
Στην σκηνοθεσία, ο Sam Mendes του «American Beauty». Στην τρίτη μόλις ταινία του αποδεικνύει ότι έχει το…»κοκαλάκι της νυχτερίδας» για ταινίες που απεικονίζουν την πραγματικότητα πίσω από το «αμερικάνικο όνειρο». Ρίχνοντας και πάλι το βάρος στους χαρακτήρες, καταφέρνει να πιάσει σκηνές που χώνουν το μαχαίρι βαθιά και μας μαθαίνουν ότι και η ασχήμια είναι μέρος της ζωής. Με ταινίες σαν και αυτή, αν μη τι άλλο, καταλαβαίνω ότι το Όσκαρ στο ντεμπούτο του δεν ήταν τυχαίο.
Σαν επίλογο, έχω μια πρόταση να σας κάνω. Ξεχάστε τις (βυσματικές) εμπειρίες του Χριστόφορου Κάσδαγλη στο «Απολύομαι και τρελαίνομαι» . Προτιμήστε το «Jarhead». Πιστεύω ότι θα καταλάβετε πως, είτε στην Ελλάδα, είτε στην Αμερική, είτε οπουδήποτε αλλού, ο παραλογισμός και η έλλειψη λογικής του στρατού είναι παντού ίδιες.

Jarhead_3Jarhead_2Jarhead_1

Βαθμολογία……….8

International Movie Database: http://www.imdb.com/title/tt0418763/

Trivia: Σύμφωνα με την ίδια την ταινία, η λέξη «jarhead» (στα ελληνικά μεταφράζεται σαν «βαζοκέφαλος») παραπέμπει στο υπηρεσιακό κούρεμα των Καταδρομέων. Παράλληλα, είναι και μια μεταφορά για ένα κοινό χαρακτηριστικό του κεφαλιού των καταδρομέων και ενός βάζου: είναι και τα δύο άδεια. Δεν γνωρίζω κάτι αντίστοιχο για τους Έλληνες Καταδρομείς, αλλά δεν αποκλείεται να υπάρχει.

Posted in κινηματογράφος | 2 Σχόλια »

Χορεύοντας στο ταβάνι.

Posted by geysser στο Νοέμβριος 10, 2007

Στο Royal Wedding του Stanley Donnen, o Fred Astaire αφήνει τον έρωτά του για την Anne Ashmond (Sarah Churchill) να γίνει στίχος,μουσική και χορός, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του.
«Είσαι όπου λάμπει η ομορφιά/Είσαι όπου φυτρώνει η ορχιδέα/Ό,τι είναι νεαρό κι ευτυχισμένο, πιό λαμπερό κι από γιορτή/ Είσαι όπου παίζουν οι άγγελοι.»
Χορεύοντας μαζί με την φωτογραφία της, υπερνικά την βαρύτητα, τα βήματά του βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στο πάτωμα, στους τοίχους, στο ταβάνι…παντού. Ο χορός του εξαπλώνεται παντού, μέσα του κι έξω, στον κόσμο που τον περιβάλει, πετάει, αιωρείται, τα πάντα γύρω του γίνονται χορός, τραγούδι, στίχος κι αγάπη.«Είσαι όπου κι αν πάω.Δεν είναι μυστήριο-είσαι ο κόσμος μου.»

Το συγκεκριμένο διαμάντι προέκυψε μετά από την συνεργασία του Nick Castle με τον ίδιο τον Astaire. Βασισμένο σε ιδέα που ο Astaire επεξεργαζόταν από το 1945 (αναφέρθηκε πρώτη φορά στην έκδοση Lion’s Roar της MGM), η σκηνή αποτελεί όχι μόνο ένα ορόσημο στην κινηματογραφική χορογραφία, αλλά και μια στιγμή καταπληκτικής έμπνευσης για τα ειδικά της εφέ. Τα πάντα γυρίστηκαν σε ειδικά κατασκευασμένο δωμάτιο που περιστρεφόταν αργά, μαζί με την κάμερα και τον κάμεραμαν, τεχνική που χρησιμοποιήθηκε αργότερα σε ταινίες όπως το remake της «Μύγας» από τον David Cronenberg και το «2001:A Space Odyssey» του Stanley Kubrick. Παρατηρώντας προσεκτικά την σκηνή, είναι φανερό ότι ο Astaire δεν χρειάζεται ειδικά cues ή σημάδια για να συντονίσει την χορογραφία του. Τα πάντα έχουν μελετηθεί από πριν βήμα βήμα, και απλά ο Freddy χρησιμοποιεί το σώμα του για να καταλάβει πότε πρέπει να κάνει αλλαγές. Το καταπληκτικό είναι ότι δεν αλλοιώνει καθόλου την ροή των βημάτων του και δεν διστάζει καθόλου. Κι όλα αυτά με μόνο ένα κόψιμο από την κάμερα, σε ένα μονόπλανο που κρατάει περίπου 3 λεπτά.Ελάχιστοι χορευτές μπορούν να καταφέρουν κάτι τέτοιο σε τέτοιες συνθήκες.
Από τις στιγμές που έχουν γραφτεί ανεξίτηλα στο Βιβλίο της Ιστορίας του Κινηματογράφου, ο «Χορός στο Ταβάνι» καταλαμβάνει σίγουρα μια από τις υψηλότερες θέσεις. Για μένα, είναι σίγουρα η καλύτερη χορογραφία που έχω δει, και δεν θα μπορούσα να περιμένω τίποτε άλλο από τον καλύτερο χορευτή του 20ού αιώνα, τον Fred Astaire.

Update: Στο YouTube, το συγκεκριμένο βίντεο έχει τραβήξει τα πάνδεινα λόγω πνευματικών δικαιωμάτων, Αν κάποια στιγμή κάνετε κλίκ για να το δείτε και διαπιστώσετε έντρομοι ότι α) έχει μουγκαθεί ή β) παίζει άλλο τραγούδι, μην τρομάξετε. Με λίγο ψάξιμο θα το βρείτε.

Posted in κινηματογράφος | 2 Σχόλια »

Der Untergang

Posted by geysser στο Οκτώβριος 29, 2007

Der_Untergang_CoverΥπήρξαν πολλές απόπειρες – και πέρασαν πολλές ώρες – μέχρι να σκεφτώ μια εισαγωγή για ένα post στην «Πτώση» του Oliver Hirschbiegel, ώσπου κατάλαβα κάτι. Καμία εισαγωγή δεν είναι αρκετή για μια ταινία σαν αυτή. Ακόμη νοιώθω την ανατριχίλα στην πλάτη μου, ακριβώς έτσι όπως την ένοιωσα την πρώτη φορά που την είδα, ακόμη προσπαθώ να βρω λέξεις αλλά μένω άφωνος, έτσι όπως έμεινα άφωνος όταν, μετά από το τέλος των credits, πάτησα το play για μια ακόμη φορά. Το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι να παραφράσω την ατάκα του Bruce Sterling όταν έκανε την κριτική του για το «Neuromancer» του William Gibson: για κάτι τέτοιες στιγμές επινοήθηκε ο Κινηματογράφος!
Η ταινία βασίζεται σε δυο βιβλία: το «Inside Hitler’s Bunker» του Joakin Fest (απλά έξοχο!) και τα απομνημονεύματα της Traudl Junge-Hubs («Until The Final Hour: Hitler’s Last Secretary»), της τελευταίας ιδιαιτέρας γραμματέως του Hitler και μιας από τις ελάχιστες γυναίκες που βγήκαν ζωντανές από το καταφύγιο του Reichstag στην Wilhemstrasse, κατά την εισβολή του Κόκκινου Στρατού στο Βερολίνο. Η ταινία ξεκινά στις 20 Απριλίου 1945 (55α γενέθλια του Hitler) και τελειώνει στις 30 Απριλίου 1945, με την αυτοκτονία του. Μέσα σ’αυτές τις δέκα ημέρες το Γ’ Ράιχ καταρρέει, ο Hitler μεταβάλλεται από στυγνό δικτάτορα σε ψυχολογικό ράκος, ένας ολόκληρος κόσμος διαλύεται με πάταγο ανάμεσα στα καπνισμένα ερείπια του Βερολίνου, παράλληλες ιστορίες – ένας πατέρας ψάχνει τον γιο του στα απομεινάρια του Συντάγματος της Χιτλερικής Νεολαίας, ένα 14χρονο κορίτσι πείθει τον Λοχαγό της να την σκοτώσει για να μην πέσει στα χέρια των Ρώσων, η Magda Goebbels δολοφονεί τα έξι της παιδιά με δηλητήριο – συμπληρώνουν τον παραλογισμό ενός καθεστώτος που δεν μπορεί να δεχθεί ότι όλα τελείωσαν.
Στον ρόλο της Traudl Junge βρίσκουμε την Alexandra Maria Lara. Μάλλον άγνωστη στην χώρα μας αλλά με πλούσια φιλμογραφία στον Γερμανικό Κινηματογράφο, η μόλις 29 χρονών, Ρουμάνικης καταγωγής Alexandra παίζει τον ρόλο της με μια ηρεμία η οποία, εν μέσω του χάους που εκτυλίσσεται γύρω της, καταφέρνει να σε καθηλώσει. Μια νεαρή κοπέλα που βρίσκεται ξαφνικά στο στόμα του λύκου, χαμένη, μπερδεμένη ως προς την ιδεολογία της αλλά ρεαλίστρια ως προς τα γεγονότα, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον θαυμασμό της για τον δικτάτορα και στο ένστικτο της επιβίωσης.Στο τέλος, όταν η πολυπόθητη λύτρωση έρχεται, αναστενάζει με ανακούφιση, αλλά δεν καταφέρνει να συγχωρήσει τον εαυτό της για τα λάθη της που θα την ακολουθούν για πάντα.
Περιττός κάθε σχολιασμός για τον κορυφαίο Bruno Ganz και την ερμηνεία του ως Hitler. Μπροστά σε τέτοιες ερμηνείες, το Όσκαρ χάνει εντελώς το νόημά του. Με απίστευτο πάθος και δυναμική, ο δικτάτορας ζωντανεύει μπροστά σου, σου παγώνει το αίμα, σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό με τις εμμονές του και τα κενά ιδεολογήματα του. Όταν όλα γύρω του καταρρέουν, δεν μπορεί, δεν έχει την ικανότητα να καταλάβει που έχει κάνει λάθος. Στην πτώση του, παρασέρνει τους πάντες γύρω του, όλους όσους ορκίστηκαν στο όνομά του. Η ψυχολογική του κατάρρευση σηματοδοτεί το τέλος ενός οράματος, του οράματος ενός ψυχοπαθούς. Και στο τέλος, όταν το μόνο που έχει μείνει είναι ο απόηχος του τελευταίου πυροβολισμού, καταλαβαίνουμε την απλή και σοκαριστική αλήθεια: δεν ήταν ο Διάβολος, δεν ήταν ο Σατανάς προσωποποιημένος. Ήταν απλά ένας άνθρωπος.
Σε μικρότερους ρόλους, ανατριχιαστικά παγερή η Corrina Harfouch (παλιά καραβάνα στη Γερμανία) στον ρόλο της Μήδειας – Magda Goebbels, θανατηφόρος ο Ulrich Matthes σαν Joseph Goebbels και ο διεθνής Thomas Kretshmann ( μπορεί να τον θυμάστε στον «Πιανίστα» ή στο «King Kong» του Peter Jackson) στον ρόλο του Ταγματάρχη Hermann Fegelein – μια από τις πιό διχασμένες προσωπικότητες των SS.
Η σκηνοθεσία του Oliver Hirschbiegel ( «The Experiment» ) κινείται ρεαλιστικά, χωρίς υπερβολές και έντονες σκηνές δράσεις, αλλά με βάθος στους χαρακτήρες και στην ψυχολογία τους, ξεφεύγοντας έτσι από Χολιγουντιανές συνταγές που θέλουν τους Ναζί να είναι μόνο οι «κακοί», τα «τέρατα» και τίποτε άλλο. Είναι λανθασμένη η εντύπωση ότι ο Hirschbiegel θέλει να τους συμπαθήσουμε. Θέλει να τους δούμε σαν ανθρώπους, σαν οικογενειάρχες, με φίλους και με εχθρούς, όπως ακριβώς κι εμείς, με τα λάθη τους και με τις αδυναμίες τους. Όχι σαν κάτι το μυθολογικό, το φανταστικό, αλλά σαν απτή πραγματικότητα. Ίσως έτσι καταλάβουμε τι ήταν αυτό που τους οδήγησε στην μεγαλύτερη φρικαλεότητα της σύγχρονης Ιστορίας.
Είναι ελάχιστες οι φορές που ένας λαός βρίσκει το θάρρος να κοιτάξει κατάματα τις μαύρες σελίδες της Ιστορίας του και να παραδεχθεί ότι, ναι, είναι δικές του, παιδιά του. Η «Πτώση» είναι σίγουρα μια από τις στιγμές αυτές. Μην την δείτε έχοντας την εντύπωση ότι θα δείτε απλά μια ταινία. Πιστέψτε ότι θα δείτε ένα απλό, ειλικρινές μάθημα Ιστορικής Μνήμης. Έτσι θα μπορέσετε να την κατανοήσετε καλύτερα.

Der_Untergang_1Der_Untergang_2Der_Untergang_3

Βαθμολογία……….10 (Και λίγο είναι)

International Movie Database: http://www.imdb.com/title/tt0363163

Trivia: Η πραγματική Traudl Junge δεν κατάφερε να είναι στην πρεμιέρα της ταινίας το 2002 στο Μόναχο, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας. Ο υπεύθυνος φωτογραφίας της ταινίας την επισκέφθηκε αργότερα στο νοσοκομείο, και την πληροφόρησε για την τεράστια επιτυχία. Σύμφωνα με φήμες, η απάντησή της ήταν :» Επιτέλους, το έργο μου ολοκληρώθηκε. Τώρα μπορώ να αναπαυτώ.». Λίγες ώρες μετά, πέθανε ήσυχα στον ύπνο της, στις 10 Φεβρουαρίου 2002, σε ηλικία 82 ετών.

Posted in κινηματογράφος | 3 Σχόλια »

E tu vivrai nel terrore – L’aldilà

Posted by geysser στο Οκτώβριος 20, 2007

Beyond_CoverGiallo…Ιταλιστί το κίτρινο. Λογοτεχνικό είδος αρχικά, το giallo έκανε την εμφάνισή του στην δεκαετία του ’20, προσπαθώντας να γίνει η ευρωπαϊκή απάντηση στην αμερικάνικη υποκουλτούρα του pulp. Πέρασε σχεδόν μισός αιώνας μέχρι το giallo να περάσει στο πανί, αρχικά ως κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων, σαν μοναδικό κινηματογραφικό είδος στη συνέχεια. Αγαπήθηκε και μισήθηκε, αγκαλιάστηκε και χτυπήθηκε αλύπητα, για να γίνει σήμερα ένα από τα πιό cult είδη της μεγάλης οθόνης. Χαρακτηριστικό του, το άφθονο αίμα, οι γραφικές σκηνές τρόμου και ο ακραίος ερωτισμός. Ο Dario Argento και ο Mario Bava φιγουράρουν σαν «αρχιερείς» για τους ορκισμένους λάτρεις του είδους, εγώ όμως προτιμώ να τιμώ σαν κορυφαίο τον Lucio Fulci. Και θα θεωρούσα ιεροσυλία να μην αφιερώσω ένα τουλάχιστον κινηματογραφικό post στο κατά γενική ομολογία αριστούργημά του, την «Έβδομη Πύλη της Κολάσεως».
Η εντελώς σχηματική υπόθεση της ταινίας περιστρέφεται γύρω από την Liza, η οποία κληρονομεί ένα απομονωμένο ξενοδοχείο κάπου στην Νέα Ορλεάνη. Στην προσπάθειά της να το ανακαινίσει, ανακαλύπτει ότι, πρώτον, το δωμάτιο 36 ήταν το θέρετρο της δολοφονίας – καλύτερα, πετσοκόμματος – του παρανοϊκού ζωγράφου – μάγου Schweick και , δεύτερον, ότι το ίδιο το ξενοδοχείο έχει χτιστεί πάνω σε μια από τις επτά Πύλες της Κολάσεως η οποία, εάν ανοίξει , όλα τα ζόμπι, βρικόλακες, απέθαντοι, διάολοι και τρίβολοι, θα ξεχυθούν επί της γης και θα τα κάνουν ρημαδιό. Παρέα με τον γιατρό- παθολόγο John McCabe, προσπαθούν να αποτρέψουν το Κακό, φυσικά, δεν τα καταφέρνουν, τα ζόμπι σηκώνονται από τάφους, μπανιέρες γεμάτες λασπόνερα και ψυγεία νεκροτομείων, λυκόσκυλα και ταραντούλες αφηνιάζουν και ξεσκίζουν λαρύγγια και γλώσσες, και ο χορός του αίματος αρχίζει.
Φυσικά, δεν έχει κανένα νόημα να σχολιάσουμε τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Η Kathrine MacColl, αγαπημένη του ίδιου του Fulci, αμαρτωλά όμορφη και με λαρύγγι που πιάνει τρελές οκτάβες, επιστρατεύεται και πάλι μετά από το «City of The Living Dead» στον ρόλο της δύσμοιρης Liza. Με μια φιλμογραφία βουτηγμένη στο αίμα και στα εντόσθια, διεκδικεί επάξια μια θέση στο πάνθεον των κορυφαίων ηθοποιών του είδους, δίπλα στην μούσα του Mario Bava, την Barbara Steele, και την – «δολοφονημένη με όλους τους πιθανούς τρόπους» – σύζυγο του Dario Argento, την Daria Nicolodi.
Ο Νεοζηλανδός David Warbeck έχει τον ρόλο του γιατρού, παθολόγου, ανατόμου και ενίοτε πιστολέρο, John McCabe, προσφέροντας παράλληλα και το απαραίτητο love story με την MacColl – χημεία που, κατά την γνώμη μου, δένει απόλυτα αλλά, όπως και οτιδήποτε άλλο στην ταινία, παραμένει απόλυτα επιφανειακή. Καθόλου εντυπωσιακό το portfolio του, πλημμυρισμένο με ιταλικές ταινίες του καλαθιού – και με μια δόση γκαντεμιάς, καθώς παραλίγο να πάρει τον ρόλο του James Bond, τον οποίο τελικά έχασε από τον Roger Moore – αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να αφιερώνεται απόλυτα στο να πυροβολεί ακατάπαυστα τα ζόμπι, να τρέχει πάνω κάτω από νεκροτομεία σε υπόγεια και από υπόγεια στην ίδια την Κόλαση, δείχνοντας να το διασκεδάζει αφάνταστα. Τραγική ειρωνεία: δύο μήνες μετά το commentary στην uncut DVD έκδοση της ταινίας, τον Ιούλιο του 1997, θα μας αφήσει από καρκίνο, σε ηλικία 55 ετών.
Απόλυτο must για τους λάτρεις του gore, του αίματος και γραφικού επί της οθόνης ξεκοιλιάσματος, η «Έβδομη Πύλη της Κολάσεως» είναι μια ταινία-σπουδή στον ερασιτεχνισμό, στην κακογουστιά και στην υπερβολή, που δεν πρέπει να λείπει από την συλλογή σας. Τα πάντα έχουν επιστρατευτεί σε δόσεις μεγατόνων: αίμα, εντόσθια, σωματικά υγρά, ζόμπι, φαντάσματα, ουρλιαχτά, σαπισμένες σάρκες, οξέα που λιώνουν κεφάλια, φονικές αράχνες που τρέφονται με ανθρώπινο κρέας, σκυλιά που ξεσκίζουν αυτιά τυφλών κοριτσιών, κατάρες, προφητείες και διαβολικά, πανάρχαια βιβλία, για να κλείσει το όλο αλαλούμ με την ίδια την Κόλαση και με ένα άκρως εντυπωσιακό και πεσιμιστικό φινάλε. Πέρα από τα σεναριακά χάσματα, τα τραγικά λάθη – το εννιάσφαιρο (!) πιστόλι του γιατρού – και τα αστεία ηχητικά εφέ – αράχνες που ηχούν σαν σκουριασμένη κάνουλα – , ο Fulci μας δίνει μια ταινία που δεν μπορούμε παρά να απολαύσουμε. Προτείνω να την παρακολουθήσετε βράδυ, με καλή παρέα, άφθονο ποπκόρν και τα 5.1 στο τέρμα. Σας εγγυώμαι ότι θα περάσετε αξέχαστα!

Beyond_1Beyond_2Beyond_3

Βαθμολογία……….9 (Όχι, δεν είμαι τρελός!)

International Movie Database: http://www.imdb.com/title/tt0082307/

Trivia: Η «Έβδομη Πύλη της Κολάσεως» αποτελεί το δεύτερο μέρος της άτυπης τριλογίας του Fulci «Gates of Hell». Αρχίζει με το «City of The Living Dead», συνεχίζει με το «The Beyond» (η παρούσα ταινία) και ολοκληρώνεται με το «The House By The Cemetery». Αν καταφέρετε και τις βρείτε και τις τρεις, μην χάσετε την ευκαιρία. Είναι η μια πιό απολαυστική από την άλλη!

Posted in κινηματογράφος | 11 Σχόλια »

Ratatouille

Posted by geysser στο Σεπτεμβρίου 13, 2007

Ratatouille_CoverΠαρίσι…Η Πόλη του Φωτός. Η πρωτεύουσα του έρωτα. Το λίκνο της μόδας, της κομψότητας, του παγκόσμιου στυλ. Και το κέντρο της υψηλής μαγειρικής. Το La Tour d’Argent, το Closerie des Lilas, το Pharamont και, φυσικά, το Maxim’s. Εστιατόρια που φιγουράρουν όχι μόνο σαν ναοί της γεύσης, αλλά σαν παγκόσμια ορόσημα για τους λάτρεις της ικανοποίησης του ουρανίσκου. Τι δουλειά λοιπόν μπορεί να έχει με όλα αυτά ένα ποντίκι; Μην απορείτε. Όλα είναι δυνατά όταν το χεράκι τους έχουν βάλει η δαιμόνια ομάδα της Pixar και ο Brad Bird.
Ο Remy είναι ένας αρουραίος των υπονόμων , με μια ευαισθησία: είναι μανιώδης λάτρης της καλής κουζίνας. Όταν οι άλλοι της αποικίας του βλέπουν το φαγητό σαν «καύσιμο», αυτός έχει κατανοήσει την τέχνη που κρύβεται πίσω από τα φρέσκα υλικά, τα αρώματα και τον συνδυασμό τους. Το ταλέντο του χρησιμοποιείται από τους άλλους κάπως ανορθόδοξα: τον βάζουν να ανιχνεύει το ποντικοφάρμακο στα σκουπίδια που χρησιμοποιούν για τροφή. Ένα γύρισμα της τύχης όμως, θα τον φέρει στον δικό του, προσωπικό Παράδεισο: στην κουζίνα του διασημότερου εστιατορίου του Παρισιού, του Gusteau’s, του οποίου την θέση του chef de cuisine έχει αναλάβει ο αντιπαθής και κοντοπίθαρος Skinner, μετά τον θάνατο του ιδρυτή Auguste Gusteau. Εκεί ο Remy θα γνωριστεί με τον Linguini, έναν νεαρό σκουπιδιάρη με ελάχιστες φιλοδοξίες, που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατήσει την δουλειά του. Το τι κωμικοτραγικό και σουρεαλιστικό θα ακολουθήσει…επί της οθόνης.
Μετά το απίθανο «Incredibles», ο Brad Bird ενώνει ξανά τις δυνάμεις του με τα «ποντίκια» της Pixar και η ομάδα επιστρέφει δριμύτερη και πολύ ορεξάτη. Μπορεί μερικές φορές να λείπει η φρεσκάδα και οι καινούριες ιδέες του «Incredibles» ή του «Finding Nemo», αλλά αυτό αναπληρώνεται επάξια από το σφιχτό και καλοδουλεμένο σενάριο, τις ατάκες που σπάνε κόκαλα και την πίστη στην παράδοση της slapstick κωμωδίας, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο ότι η επιστροφή σε παλιές, δοκιμασμένες συνταγές μπορεί να δουλέψει τέλεια.
Πίσω από τα μικρόφωνα, τους πρωταγωνιστικούς ρόλους κρατούν ο Patton Oswalt (στο στοιχείο του, μια και εδώ και μια δεκαετία σχεδόν κρατάει τα σκήπτρα της stand-up comedy) στον ρόλο του Remy, και ο Lou Romano (παιδί της ίδιας της Pixar, που αποδεικνύει επιτυχημένα ότι ένας καλός animator πρέπει να είναι και καλός ηθοποιός) στον ρόλο του Linguini. Οι δευτερεύοντες όμως ρόλοι είναι αυτοί που κάνουν πραγματικά την διαφορά. Ποιος θα πίστευε ότι πίσω από την στακάτη, γαλλική προφορά του Skinner βρίσκεται ο μεγάλος Ian Holm; Και ποιος δεν θα ήθελε να υπάρχει αντίστοιχο Όσκαρ όταν ακούει το εκπληκτικό voice-over του Peter O’ Toole στον ρόλο του γευσιγνώστη-νεκροθάφτη Anton Ego; Δίπλα, η Janeane Garofalo δίνει την φωνή της στην σκληρή – αλλά πανέμορφη – Colette, ενώ ο Django, ο πατέρας του Remy, έχει την φωνή του στιβαρού Brian Dennehy.
Στον τεχνικό τομέα, η Pixar ανεβάζει για άλλη μια φορά τον πήχη σε δυσθεώρητα ύψη, διαλύοντας κάθε ανταγωνισμό με άλλα studio και δικαιολογώντας και πάλι το στέμμα της. Εκπληκτική δουλειά στον φωτισμό και στα textures αλλά εκεί που πραγματικά κολλάει το μάτι σου είναι στο animation των χαρακτήρων το οποίο, παρά την καρτουνίστικη εμφάνιση, δεν ξεχωρίζει από το φυσικό. Και, επιτέλους, ένα συμπαθητικό ποντίκι (σίγουρα θα τρίζουν τα δόντια του Stewart Little)!!!Όλα αυτά επενδεδυμένα με την μουσική του Michael Giacchino ο οποίος, μετά από δύο χρόνια και το θαυμάσιο «One Man Band», επιστρέφει σε γνώριμα χωράφια.
Η Pixar λοιπόν τα κατάφερε και πάλι. Όταν βγει στις ελληνικές αίθουσες, μην χάσετε την ευκαιρία. Αγνοήστε την άστοχη ελληνική απόδοση του τίτλου («Ο Ρατατουής»;;;), κλείστε τ’ αυτιά στις Κασσάνδρες που θέλουν μια ταινία animation να απευθύνεται μόνο σε μικρά παιδιά και πηγαίνετε να την δείτε. Από την πλευρά μου, αυτό που σας εύχομαι είναι…bon appetit!

Ratatouille_1Ratatouille_2Ratatouille_3

Βαθμολογία……….9
International Movie Database : http://www.imdb.com/title/tt0382932/

Trivia: Ratatouille λέγεται ένα παραδοσιακό πιάτο λαχανικών από την Προβηγκία, κάτι σαν το δικό μας μπριάμι.Αν είστε λάτρης της μαγειρικής, ρίξτε μια ματιά εδώ.

Posted in κινηματογράφος | 4 Σχόλια »

Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού

Posted by geysser στο Σεπτεμβρίου 1, 2007

Eternal_Sunshine_CoverΕίναι η αγάπη ζήτημα αναμνήσεων; Φωλιάζει στο μυαλό μας ή κάπου αλλού; Μπορούμε να την σβήσουμε σα να μην υπήρξε ποτέ; Και, αν ναι, τι λόγο έχουμε να το κάνουμε;
Τέτοια ερωτήματα- σπαζοκεφαλιές μόνο ο Charlie Caufman θα μπορούσε να κάνει. Μετά την τραγελαφική πραγματεία πάνω στην εμμονή της διασημότητας του «Being John Malkovich» και τον σουρεαλιστικό οδοστρωτήρα στο «Adaptation», αποφασίζει να ηρεμήσει λίγο, να κατεβάσει την ταχύτητά του και να πάρει μια ανάσα. Το αποτέλεσμά είναι ίσως το πιό μεστό, προσγειωμένο και όμορφο σενάριο που έχουμε δει από την πένα του.
Ο Joel και η Clementine αντιμετωπίζουν την φθορά στην σχέση τους. Μια φθορά που μοιάζει αναπόφευκτη και που, όταν φτάνει στο ζενίθ της, δεν τους αφήνει τίποτε άλλο από θυμό. Η απόφαση είναι κοινή και για τους δυο: όχι μόνο χωρίζουν, αλλά επιλέγουν να σβήσουν τελείως ο ένας τον άλλον από την μνήμη τους. Μόνο που ο Joel μετανιώνει. Και αρχίζει μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σώσει ό,τι μπορεί από τις αναμνήσεις του για την Clementine, κρύβοντας την στις πιό κρυφές γωνίες του μυαλού του, σε μια σκληρή μάχη ενάντια στην διαδικασία που απειλεί να καταστρέψει αυτό που κάποτε αγάπησε.
Στον ρόλο του Joel βρίσκουμε – χωρίς αυτό να αποτελεί έκπληξη – τον Jim Carrey στην καλύτερη στιγμή της, συχνά διφορούμενης, καριέρας του. Έναν Carrey που κινείται από το σοβαρό στο αστείο και από το δραματικό στο κωμικό με απίστευτη άνεση, χωρίς να καταφεύγει σε νόρμες που μπορεί να καταλήξουν γελοίες. Μια ερμηνεία γεμάτη, αληθινή, πιστή, μια ερμηνεία που περιμέναμε ότι θα τον ανέβαζε πανεύκολα στο βήμα των Όσκαρ για τον ευχαριστήριο λόγο του, αν δεν είχε την ατυχία να πέσει την ίδια χρονιά σε δυο μεγάλους «αντιπάλους»: πρώτα στην επιδεικτική αδιαφορία της Ακαδημίας που δεν τον έβαλε καν στην πεντάδα (γιουχάισμα παρακαλώ!) και, ύστερα, στον Jammie Fox του «Ray». Στην τελευταία σκηνή δεν αμφιβάλλουμε ότι η αγάπη του είναι πέρα για πέρα αληθινή, αλλά εξίσου αληθινή είναι η αγωνία του και το βάρος της απώλειας. Όμως δεν μπορούμε να τον λυπηθούμε. Αντίθετα, νομίζω πως τον ζηλεύουμε.
Δίπλα του, η Kate Winslet. Την είχα ερωτευθεί παράφορα στο «Heavenly Creatures», την μίσησα σφόδρα στον «Τιτανικό» και, τώρα, δεκατρία χρόνια μετά, ήρθε για να ξαναμπεί στην καρδιά μου. Μέσα από μύρια κύματα αποτυχημένων σχέσεων και πλασματικών φιλιών, η Clementine έχει κερδίσει σοφία, την σοφία κάποιου που ξέρει πως το μόνο που πραγματικά χρειάζεται είναι ένας άνθρωπος δίπλα του, ένα πρόσωπο να πει μια καλημέρα, κάποιον να ξυπνήσει δίπλα του το πρωί. Όταν χωρίζουν, ο πόνος της είναι αληθινός. Όμως δεν είναι θυμωμένη με τον Joel. Περισσότερο θυμωμένη είναι με τον εαυτό της. Κι αυτό γιατί δεν μπορεί να καταλάβει που έχει κάνει το λάθος. Δίκαια η υποψηφιότητά της για το Όσκαρ Α’ Γυναικείου, αλλά καμία ελπίδα μπροστά στην Hilary Swank του «Million Dollar Baby».
Πίσω από την κάμερα αλλά και από το σενάριο βρίσκεται ο Michel Gondry, περισσότερο γνωστός από την άλλη του συνεργασία με τον Caufman, στο «Human Nature». Θεωρώ εκπληκτικό το παιχνίδι του με την κάμερα και τους ευρυγώνιους φακούς, μια δουλειά στην οποία διακρίνω ίχνη από Terry Gilliam, χωρίς όμως το «βάρος» και το «πνίξιμο» του «Brazil» ή του «Fisher King». Οι υπερβολές δεν αποφεύγονται – ιδιαίτερα στις σκηνές των αναμνήσεων – αλλά είναι τόσο λειτουργικές που νομίζω πως τίποτα δεν θα δούλευε αν δεν υπήρχαν.
Τέλος, δεν μπορεί κανείς να μην προσέξει τους δεύτερους ρόλους, ιδιαίτερα τον Elijah Wood και την Kirsten Dunst (αγαπάω τρελά!) σε ρόλους που λες και γράφτηκαν γι’αυτούς. Και ρίξτε και μια πιο προσεκτική ματιά στον Tom Wilkinson («The Full Monty») στον ρόλο του γιατρού, και ίσως δείτε αυτό που είδα κι εγώ: έναν πραγματικά σπουδαίο, αλλά παρεξηγημένο ηθοποιό.
Βλέποντας μια ταινία του Caufman, έχεις μόνο δύο επιλογές. Ή την αγαπάς ή την μισείς. Ενδιάμεσος δρόμος δεν υπάρχει. Αυτή την ταινία την αγάπησα. Ένιωσα ότι δεν είχα άλλη επιλογή. Εαν δεν την έχετε δει, σας την προτείνω χωρίς δεύτερη κουβέντα. Και, αφού την δείτε, κοιτάξτε στα μάτια τον ή την σύντροφό σας. Σας υπόσχομαι ότι θα ανακαλύψετε πολλά περισσότερα από αυτά που νομίζετε ότι ήδη ξέρετε.

Eternal_Sunshine_1Eternal_Sunshine_2Eternal_Sunshine_3

Βαθμολογία……….9,5

International Movie Database : http://www.imdb.com/title/tt0338013/

Trivia: Ο τίτλος είναι στίχος από το «Eloisa to Abelard» του Alexander Pope. Αν έχετε την υπομονή να διαβάσετε από αγγλικά, δείτε το εδώ. Πραγματικά αξίζει τον κόπο!

Posted in κινηματογράφος | 5 Σχόλια »