Adequatio Intellectus Et Rei

Blog για όλους και για όλα

Archive for the ‘προσωπικά’ Category

Νυχτερίδες κι αράχνες

Posted by geysser στο Δεκέμβριος 22, 2011

Πρώτη συνέπεια συγγραφικού μπλοκαρίσματος: επισκέπτεσαι το μπλογκ σου μετά από μήνες και αμέσως σε χτυπάει στα ρουθούνια μια μπόχα πολυκαιρισμένης μούχλας ανάκατη με την μυρωδιά στάσιμου νερού. Από τις γωνίες κρέμονται αράχνες μεγάλες σα σεντόνια, ενώ το πάτωμα είναι καλυμμένο από ένα παχύ στρώμα σκόνης. Τρομακτικό. Όχι τόσο το θεαμα αυτό καθεαυτο. Αλλα χεζεσαι πανω σου στην ιδέα οτι εσυ πρεπει να καθαρισεις.
Δευτερη συνεπεια συγγραφικου μπλοκαρίσματος: πληκτρολογεις σα μανιασμενος και, αφου φτάσεις στο σημειο να κανεις μια μικρή παυση για να διαβάσεις αυτά που έχει ξερασει το μυαλό σου, διαπιστωνεις εντρομος οτι κανείς φυσιολογικος άνθρωπος δεν ειναι ικανός να γράψει τέτοιες μαλακιες. Διάολε, ακόμα και η λίστα για τα ψώνια μοιάζει λογοτεχνικώς αρτια μπροστα σ’αυτά που έχεις αραδιάσει!
Κοιταζω λοιπόν την τελευταία ημερομηνία καταχώρισης. Εξι μήνες πάνω κάτω. Τι μου’χει συμβεί στο διάστημα αυτό; Όχι πολλά, είν’η αλήθεια κι εσύ, που περνάς απέξω σφυρίζοντας αδιαφορα, ξέρω ότι δεν δίνεις δεκάρα τσακιστή. Αλλά, σε πειράζει να τα γράψω; Όχι βέβαια.
Ό,τι δεν κατάφεραν χρόνια διαιτας και εθελοντικής στέρησης τροφής, το κατάφερε η οικονομική κρίση: έχασα γύρω στα είκοσι κιλά τον τελευταίο χρόνο. Πιθανολογώ ότι το αγχος μ’εχει βαρέσει κατακούτελα – άνεργος εδώ και έναν χρόνο, φυτοζωόντας σε μια πολίχνη όπου όλοι έχουν μετατραπεί σε ζόμπι, βάλε και τον πατέρα μου που περνάει τουλάχιστον δεκαπέντε ώρες την ημέρα παρέα με ένα κομπιουτεράκι και ένα πιεσόμετρο (τις υπόλοιπες εννιά ώρες τις μοιραζει δημιουργικά μεταξύ τουαλέτας, ύπνου και γαμωσταυριδιών προς την κατεύθυνση της τηλεόρασης) – κι αυτό επηρεάζει την ενδοκρινική μου ισορροπία. Ή, απλώς, μου’χει κοπεί η όρεξη. Ή μπορεί να μου’χει στρίψει. Τι απ’όλα, δεν ξέρω. Και μάλλον δεν έχει και τόση σημασία.
Μοναδικό φως στο τούνελ η πρόσφατη ενασχόλησή μου: Κινηματογραφική Λέσχη! Ω, ναι, εσύ που σφυράς αδιαφορα, έχω καλλιτεχνικές ανησυχείες και βρήκα τρόπο να τις εκφράσω! Η φίλη μου η Αφροδίτη μ’εμπασε στα κόλπα και μ’εψησε, και χαίρομαι γιαυτό – γνώρισα μερικά ενδιαφέροντα άτομα και βρήκα τρόπο να περάσω την ώρα μου. Προς το παρόν ο χρόνος μου εξαντλήται στο να σπαθίζω τα σωθικά του γιγαντιαίου τερατος της γραφειοκρατείας  ( δεν έχουμε αίθουσα και ο πολιτισμικός σύλλογος που μπορεί να μας παραχωρήσει μία σχετικά αξιοπρεπη αιθουσούλα για τις προβολές μας, μας έχει πρήξει τ’αντερα) αλλά αισθάνομαι ότι θα υπερνικήσουμε. Πως το’χε πει εκείνος ο Λατίνος; Audaces fortuna juvat. Σοφός ο μπαρμπα-Βιργίλιος.
Α, δεν σου’πα! Γράφω και βιβλίο! Τώρα, θα αναρωτιέσαι πως γίνεται και γράφω βιβλιο την στιγμή που δεν μπορώ να γράψω ούτε μια αναθεματισμένη σελίδα στο μπλογκ μου. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά η αλήθεια είναι πως το γράφω. Και το πιο κουλό; Δεν έχω ιδέα τι σκατά γράφω!
Τέλοσπάντων. Ξαναπέρασα από δω, είδα τις σκόνες, τις αράχνες κι εκείνο το μισοτελειωμένο post στην μια γωνία, και είπα να του ρίξω ένα ξεσκόνισμα. Που ξέρεις; Μπορεί και να ξαναπεράσω. Και δεν θα σου κρατήσω κακία αν σε δω να ξαναπερνάς από δω, σφυρίζοντας αδιάφορα, ρίχνοντας μόνο μια κρυφή ματιά σ’ετούτο το εγκαταλελημένο σπιτάκι. Το μόνο που ελπίζει να βρεί κανείς σε παλιά σπίτια, είναι φαντάσματα. Κι όταν διαπιστώσει πως δεν υπάρχουν, προχωράει και δεν ρίχνει δεύτερη ματιά πίσω του.

Advertisements

Posted in προσωπικά | Leave a Comment »

Erasing…Rewind

Posted by geysser στο Δεκέμβριος 17, 2010

Ώρα κάτι ψιλά μετά τις εννιάμιση και επιστρέφω φορτωμένος σα το γαϊδούρι από το σουπερμαρκετ, τσαντισμένος μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο με το μαλάκα τον Νεάντερταλ που με πήρε τηλέφωνο εφτάμιση η ώρα το πρωί για να ρωτήσει γιατί δεν πήρε την επιδότηση ακόμα – και που στο διάολο θες να ξέρω ρε μάστορα; Εγώ σου την δίνω; – και με τ’αχαμνά μου φορεμένα γραβάτα λόγω πολικού ψύχους. Η κεντρική οδός που διασχίζω θαμπολάμπει στο χιονόνερο σα παλιωμένο κοστούμι του Φλωρινωτη: έχουν τυλίξει τις κολώνες της ΔΕΗ με κάτι πλαστικούς σωλήνες που αναβοσβήνουν σε χρώμα αχνό κατρουλί, έχουν δέσει κάτι αστέρια από σύρμα με λαμπιόνια από αυτά που βρίσκεις στα παζάρια για τρία ευρώ τα τέσσερα μέτρα, ενώ πάνω απ΄το κεφάλι μου αιωρούνται κάτι γράμματα από νέον που εύχονται «Κ ΛΑ Χ ΙΣΤΟΥΓ ΝΝΑ», που η μόνη αποστολή που δεν έχουν εκπληρώσει ακόμα είναι να πέσουν στο κεφάλι κανενός φουκαρατζίκου. Από τον μοναδικό σκουπιδοτενεκέ σε ακτίνα ενός έτους φωτός (είναι και ανακύκλωσης, τρομάρα του) πετάγεται μια ψωρόγατα απροσδιόριστης ράτσας και με καρφώνει καχύποπτα με το ένα μάτι της – το άλλο θα της το φάγανε σε κανέναν από αυτούς τους καυγάδες που αποτελούν και το μοναδικό soundtrack τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Την κοιτάζω για ένα δέκατο του δευτερολέπτου και την αγνοώ επιδεικτικά, συνεχίζοντας τον δρόμο μου.
Από την αντίθετη μεριά του δρόμου, βλέπω μια πιτσιρίκα γραπωμένη πεισματικά με τα δυο χέρια στο λουρί ενός σκύλου. Όχι, δεν είναι λουρί, είναι ενα από αυτά τα μεταλλικά χαλινάρια που δένουν τους σκύλους τους οι τυφλοί, με μια χειρολαβή που μοιάζει σαν αυτές που έχουν τα καροτσάκια της λαϊκής. Και το σκυλί δεν το λες σκυλί. Τούτο το τέρας πρέπει να ξεπήδησε από κάποια ταινία φρίκης της δεκαετίας του τριάντα, απ’αυτές που κάποιο φαινομενικά αθώο ζωντανό μπουκώνεται με ραδιενέργεια, ακτίνες Χ, ακτίνες γάμμα, δέλτα, ό,τι στο κέρατο ακτίνες θες, φουσκώνει, γίνεται σα τριάρι διαμέρισμα με μπάνιο και κουζίνα μαζί και το μόνο που σκέφτεται είναι πως να ξαμοληθεί στους δρόμους και να κάνει μια ολόκληρη πόλη πουτάνα. Και η πιτσιρίκα, καστανά μαλλιά πιασμένα σε αλογοουρά με ένα ροζ κοκκαλάκι, ποντικίσιο μούτρο και μάτια ξεπλυμένα καφετιά, να κρατάει κόντρα με τα δύο της πόδια στις πλάκες του πεζοδρομίου, λες και αυτό θα την γλιτώσει αν το κοπρόσκυλο το παρει απόφαση και αρχίσει να τρέχει.
Οι δρόμοι μας συναντιούνται έξω από ένα κινέζικο με ρούχα- ο ιδιοκτήτης στέκεται στην είσοδο, με τα χέρια στις τσέπες ενός τεράστιου μπουφάν που πρέπει να είναι τουλάχιστον τρία νούμερα μεγαλύτερο, κοιτώντας την πιτσιρίκα με το ύφος κάποιου που μάλλον δεν πρόκειται να δει κάτι πιο ενδιαφέρον σε όλη την υπόλοιπη ημέρα. Η πιτσιρίκα κοιτάει μια εμένα, μια τον κινέζο και τέλος το τέρας, με την γλώσσα μαγκωμένη ανάμεσα στα δόντια της. Η ξεφτισμένη αλογοουρά της πάει πέρα δώθε. Το σκυλί μου ρίχνει μια κλεφτή ματιά, ρουθουνίζει και συνεχίζει να σέρνει το φορτίο του.
Από το απέναντι μαγαζί με τα ηλεκτρικά βγαίνει ο Νάνος και ανάβει τσιγάρο. Νάνος κανονικός, όχι παρατσούκλι. Βαριά ένα μέτρο ύψος, με μούσι πινέλο και τους Metallica να τρέχουν στις φλέβες του, μαυριδερός και φοβερό παιδί. Από τα καλύτερα κατσαβίδια της πόλης. Μπορεί να του περισσεύουν βίδες, παξιμάδια και τσιμούχες κάθε φορά που φτιάχνει τηλεόραση, μπορεί μετά την επισκευή η Κορομηλά να μοιάζει του Axel Rose από το contrast, αλλά όταν τον βλέπεις να δουλεύει, το διασκεδάζεις. Διασχίζει τον δρόμο μ’εκείνο το χαρακτηριστικό, τραμπαλιστό περπάτημα, πάει στο περίπτερο απέναντι και πετάει ένα πεντάευρο στο παραθυράκι. Σαν απάντηση, ένα παγωμένο χέρι που τρέμει εμφανίζεται στο άνοιγμα με ένα πακέτο Winston γραπωμένο σε μανικιουρισμένα δάχτυλα. Ο Νάνος το παίρνει και το βάζει στην τσέπη του μπουφάν. Τέτοιοι τύποι δεν χαιρετάνε με «καλημέρα», ούτε με «τι γίνεται». Χαιρετάνε με ένα μακρόσυρτο «εεεπ!». Απαντάω με τον ίδιο τρόπο: «Έεεεεεϊπ!» και συνεχίζω, με τις σακούλες να φαντάζουν ένα τόνο βαριές.
Φτάνω στην κατηφόρα, μπροστά από το παλιό σινεμά και κατεβαίνω. Ο δρόμος γλιστράει λίγο, όσο χρειάζεται για να μην πέσεις αν σου ξεφύγει το βήμα αλλά απλώς να ρεζιλευτείς. Ναρκωμένος όπως είμαι από το κρύο, μόλις που καταφέρνω να αισθανθώ κάτι γλιτσιασμένο κάτω από το δεξί παπούτσι μου. Κοιτάζω. Δίπλα σε ένα καπάκι υπονόμου βλέπω έναν γκρίζο λεκέ με διάσπαρτες πιτσιλιές από βρώμικο ροζ εδώ κι εκεί. Ο Μίκυ Μαους δεν καταλαβαίνει από Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Παραδίπλα, άλλος ένας παρόμοιος λεκές, με την ουρά άθικτη. Ούτε και η Μίνι Μάους καταλαβαίνει, απ’ότι φαίνεται.
Καθώς προχωράω και περνάω μπροστά από την Εφορία, ακούω κάτι σαν οχλοβοή, καμια εικοσαριά μέτρα μακριά. Η Δημοτική Ορχήστρα έχει βγει από το Πνευματικό Κέντρο – όλα τα’χε η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε – και παρατάσσεται. Ο Διευθυντής της μπάντας περιμένει. Φοράει μπουφάν πάνω από το σακάκι της στολής του (σκούρο γαλάζιο και χρυσά σειρήτια). Παρατάσσονται, ο Διευθυντής δίνει το σύνθημα και αρχίζουν. Ένα παιδάκι στην τελευταία σειρά, με ένα από κείνα τα πράγματα που ούτε που ξέρω πως τα λένε – κύμβαλα μήπως; – περιμένει να φτάσει η σειρά του να παίξει, με ένα ύφος λες και εξαρτάται η ζωή του από αυτό. Καθώς η μπάντα παίζει – κάποιο Χριστουγεννιάτικο τραγούδι, βέβαια – η σειρά του έρχεται. Χτυπάει τα κύμβαλα με όση δύναμη έχει, βγάζοντας ένα υπόκωφο καμπάνισμα. Κι αυτό είναι όλο.
Φτάνω στην εξώπορτα του σπιτιού μου και αφήνω τις σακούλες στο κεφαλόσκαλο. Φτού, πάλι ξέχασα τα κλειδιά. Ξαναγραπώνω τις σακούλες και κάνω τον γύρο του τετραγώνου, να μπω από την πόρτα της πίσω αυλής. Το τρίκυκλο του γείτονα, ένα Γερμανικό τουλάχιστον πενήντα χρονών, είναι παρκαρισμένο έξω από το σπίτι του. Ακόμα κουβαλάει μπουκάλες υγραερίου με δαύτο. Φορτώνει το τρίκυκλο, βάζει μπρος – όχι με κλειδί ή με πετάλι, αλλά με χριστοπαναγίες – και παίρνει τους δρόμους. Ούτε που ξέρω ποιός αγοράζει μπουκάλες πια. Έχω δει τον φαρμακοποιό της πλατείας να έχει μια σόμπα υγραερίου αλλά δεν ξέρω αν αγοράζει τις μπουκάλες από τον γείτονα. Πάντως η γιαγιά μου δεν αγοράζει πια – εδώ και εφτά, οχτώ χρόνια της έχουμε αγοράσει ηλεκτρικό φουρνάκι. Τα βράδια, πάλι με το τρίκυκλο, πάει στο καφενείο. Και επιστρέφει και πάλι μ’αυτό το μηχάνημα του διαβόλου, κάνοντας οχτάρια στην άσφαλτο. Πόσω χρονώ είναι ο γείτονας δεν ξέρω, αλλά κρατιέται καλά. Η γυναίκα του πάντως δεν την γλίτωσε – εδώ και κάμποσο καιρό την έχει χτυπήσει ένα καραμπινάτο Αλζχάιμερ και νομίζει ότι περιμένει τον ανηψιό της να την πάει εκδρομή.
«Όταν κάτι είναι να πάει στραβά, θα πάει.» Η πόρτα της πίσω αυλής είναι κλειδωμένη με αλυσίδα. Την έχουμε για να την κλείνουμε το βράδυ, μη μπει κανένας και μας νοικοκυρέψει – αν και δεν έχω ιδέα ποιός μαλάκας θα έμπαινε στην πίσω αυλή μας όπου το πολυτιμότερο πράγμα που έχουμε είναι οι γλάστρες με τον βασιλικό. Ξανά τον γύρο το τετράγωνο. Καθώς βγαίνω πάλι στον δρόμο, βλέπω μακριά μια ομίχλη να έχει καλύψει τα πάντα. Η πιο μακρινή απόσταση που διακρίνεται είναι περίπου στο γήπεδο της πόλης, κάπου ένα χιλιόμετρο μακριά. Από κει και πέρα, μόνο άσπρο. Για λίγο, για ένα δευτερόλεπτο μόνο, μου δημιουργείται μια παράξενη εντύπωση: ότι το μοναδικό πράγμα σε όλο τον κόσμο είναι ένα νησάκι που αιωρείται στο τίποτα, δύο χιλιόμετρα μήκος και άλλο τόσο πλάτος, με μια πόλη πέντε χιλιάδων κατοίκων σφηνωμένη στο κέντρο του. Εχω την εντύπωση ότι, αν προχωρήσω από το σπίτι μου προς το γήπεδο, κάπου στο ύψος του Γυμνασίου θα δω τον δρόμο να κόβεται απότομα, να τελειώνει σε έναν απύθμενο γκρεμό απ’όπου, αν πέσεις, δεν σταματάς πουθενά.
Η εντύπωση είναι πολυ έντονη. Σχεδόν αληθινή. Όμως κρατά ελάχιστα. Μερικά δευτερόλεπτα μόνο. Καθώς χτυπάω το κουδούνι και περιμένω κάποιος να μου ανοίξει, καταλαβαίνω ότι είμαι πολύ κουρασμένος, πολύ παγωμένος και πολύ βαριεστημένος για να τρομάξω.

Posted in προσωπικά | Leave a Comment »

Ημερολόγιον

Posted by geysser στο Μαρτίου 18, 2010

Πέμπτη, ώρα εντεκάμισυ και κάτι ψιλά, καιρός νεφελώδης, γκαστρωμένος και αρκούντως μανιοκαταθλιπτικός. Ρόφημα: τσάι. Κατασταση: πυρετώδης και γενικώς ολίγον τι σκατένια.
Το συγγραφικό blackout συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς, αλλά η λευκή έρημος του χαρτιού (τα’χουμε ξαναπει, της οθόνης!) μου κλείνει το μάτι. Το πρόβλημα δεν είναι να ανταποκριθώ στο κάλεσμά της, Το πρόβλημα είναι τι σκατα θα γράψω.
Στρίβω λοιπόν τσιγάρο και περιμένω. Να μου’ρθει έμπνευση; Να πάρουν τα δάχτυλά μου μπρος; Να τραβηχτεί λίγο η κουρτίνα του πυρετού; No idea. Πάντως περιμένω.

Σήμερα είδα εφιάλτη. Δεν ξέρω αν έφταιγε ο πυρετός, ή η τραγικά έξυπνη ιδέα μου να δω το «Paranormal Activity» σε ώρες που δεν συνιστάται η θέαση ταινιών που μπορούν να κάνουν το στομάχι σου να ανεβεί στο λαρύγγι (αυτά τα mocumentary, αν και μάπα τεχνικώς, έχουν το κατιτίς που μπορεί να κάνει την καρδιά σου να πάθει λόξυγγα), αλλά η αιτία δεν έχει και τόση σημασία. Σημασία έχει ότι κατάφερα να τα κάνω πάνω μου από κάτι εντελώς αλλοπρόσαλλο.
Το όνειρο ξεκίνησε σε ένα αμφιθέατρο κάποιου πανεπιστημίου, τεραστίων διαστάσεων, με ελάχιστο κόσμο, και με εκείνο το «αρωμα» των σχολείων της προηγούμενης δεκαετίας – ένας συνδυασμός από φτηνό απορρυπαντικό, φορμόλη και το πατσουλί του χιλιάρικου, αφημένο από το πέρασμα εκατοντάδων καθηγητριών.Κάποιο σεμινάριο θα γινόταν εκεί κι εγώ, με βάση το σεμινάριο, έπρεπε να αποφασίσω αν θα φοιτήσω στο πανεπιστήμιο αυτό ή όχι. Δεν άκουγα τίποτε εκτός από ένα αλλόκοτο μουρμουρητό από κάπου – δεν υπήρχε ομιλητής αλλά υποτίθεται πως το σεμινάριο είχε αρχίσει. Σε κάποια στιγμή έρχεται ένας τύπος και κάθεται δίπλα μου. Δεν είπε τίποτα, μόνο χαμογέλασε  κάπως πονηρά, αλλά αμέσως κατάλαβα ότι είχα να κάνω με έναν εξαιρετικά ανώμαλο άτομο. Πιο κάτω και αριστερά μου καθόταν μια ομάδα ατόμων που ξέρω και στην πραγματική ζωή: η Τατιάνα, με το αιώνιο λευκο μπλουζάκι με τον θυρεό της Ροζ Μονόκερω να ποζάρει αγέρωχα, η Ευδοκία, που για κάποιο τρελό λόγο φορούσε ένα καπέλο που έμοιαζε κάπως με μπωλ φρουτοσαλάτας, ο Ναπολέων, που κάτι έλεγε σε ένα τεράστιο κινητό τηλέφωνο, και η Βικούλα, η οποία δεν έκανε τίποτα απολύτως. Λίγο πιο δίπλα καθόταν ο Καραμαλής (ο γέρος), κι εκεί κατάλαβα ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο Βασιλειο της Δανιμαρκίας.
Σε καποια στιγμή σηκώνεται ο ανώμαλος και κάθεται από πίσω από την προαναφερθήσα ομάδα. Απλώνει το χέρι και, χαμογελώντας και πάλι πονηρά, άρχισε να ανακτεύει τα μαλλιά τους, πότε τον έναν, πότε στον άλλον, πότε σε δύο μαζί. Δεν ξέρω γιατι αλλά σκέφτηκα ξεκάθαρα ότι ετοιμάζεται να τους σκοτώσει- προφανώς ανακατεύοντας τα μαλλιά τους μέχρι θανάτου. Άρχισα να φωνάζω ή, τουλάχιστον, να προσπαθώ να φωνάξω, γιατί φωνή δεν έβγαινε. Σε κάποια στιγμή η Βικούλα είπε:»Ωραία είναι!», κι εκεί κάτι έσπασε. Όλοι μαζί αρχίσαμε να ουρλιάζουμε. κι ο ανώμαλος να συνεχίζει το ανακάτεμα, και το μουρμουρητό από τον αόρατο ομιλιτή να μην σταματάει, κι εγώ να ουρλιάζω αλλά να μην ακούω τίποτα. Εκεί ξύπνησα, με έναν κόμπο σφηνωμένο στο λαρύγγι μου, με την ανάσα μου να πιάνει υπερηχητικούς ρυθμούς και με τον πυρετό να κάνει το δωμάτιο να μοιάζει με ψυγείο. Το λαπιτοπι δίπλα μου ανοιχτό, με προφύλαξη οθόνης. Ωρα: λίγο μετά τις τέσσερις. Μετά από λίγο, έβαλα θερμόμετρο. 38,1. Τέλεια!

Ξύπνησα πάλι κατά τις δέκα το πρωί. Η οικογένεια έχει φύγει – κατέβηκαν αγεληδόν για τις καθιερωμένες εξετάσεις της μάνας μου. Έφτιαξα ένα τσάι, ξαναξάπλωσα και αποφάσισα να γράψω κάτι. Έτσι, για να ξεμουδιάσω λίγο, μπας και πάρω στροφές.
Ο πυρετός έχει πέσει. Αισθάνομαι κάπως καλύτερα. Λες να ήταν το τσάι; Ή μήπως το γράψιμο; Θα δούμε.

Posted in προσωπικά | 2 Σχόλια »

Περί ομορφιάς – Νούμερο Τελευταίο

Posted by geysser στο Ιουλίου 14, 2009

Συνεχίζω ακάθεκτος την λίστα με τις δέκα ομορφότερες γυναίκες που έχω γνωρίσει, συμπληρώνοντας την δεύτερη πεντάδα. Χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, ιδού:

6) Η Βιβή
Υπάρχουν γυναίκες που, ενώ είναι κατα γενική ομολογία όμορφες, τους λείπει το ενδιαφέρον και η πρωτοτυπία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι επιλογές είναι δύο: ή τις ξεχνάς σχεδόν αμέσως, ή επικεντρώνεσαι στο προφανές: στην σεξουαλικότητά τους. Στην περίπτωση της Βιβής, η πρώτη ματιά ίσως οδηγήσει στην παραπάνω αντιμετώπιση, τίποτε όμως δεν θα μπορούσε να αποτελέσει μεγαλύτερη γκάφα. Κι ενώ έρχεσαι αντιμέτωπος με μια by the book μεσογειακή κάρτα, με έντονες ιταλικές επιρροές και τον χυμώδη χαρακτήρα μιας Sofia Loren, συνειδητοποιείς σχεδόν έντρομος ότι παραπλανήθηκες με φρικτό τρόπο. Με την κάθε ματια, ατέλειες κάνουν την εμφάνισή τους για να δέσουν με το σύνολο, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που ενώ θες να το ξεχάσεις την επόμενη μέρα, καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς. Είναι αυτό που ο Bob Ross περιέγραφε σαν «τυχερά λάθη». Χωρίς αυτά, η Βιβή θα ήταν ακόμα μια κούκλα, χωρίς το κάτι που της έδωσε επάξια μια θέση στην λίστα μου.
7) Η Ελενη
Μπορώ να στοιχηματίσω ότι, αν ο Shakespeare ζούσε σήμερα, θα έδινε τον ρόλο του Puck στο «Όνειρο Θερινής Νυκτός» κατευθείαν στην Ελένη, κι ας είναι γυναίκα (μην ξεχνάμε ότι, τα πρώτα χρόνια, τον ρόλο του Peter Pan στα θεατρικά τον έπαιζε κορίτσι). Στην Ελένη λείπει η ωριμότητα της Βίκυς, η αρχοντιά της Ηρούς και το νεραϊδίσιο σπινθηροβόλημα της Ελλης, αλλά συμπληρώνει και με το παραπάνω τις ελλείψεις της με μια πονηριά και με ένα παιχνίδισμα που σε κάνει να γελάς θέλωντας και μη. Με αστείρευτες δυνατότητες και πολλές υποσχέσεις για το μέλλον, η Ελένη αποδεικνύεται χρησιμότατη προσθήκη στην λίστα μου, μια ομορφιά που αξίζει προσοχής και ανάλυσης.
8) Η Μύρια
Πανδαμάτωρ Χρόνος…Την Μύρια την βλέπω όλο και πιο σπάνια, αλλά κάθε φορά, ο χρόνος που περνάει κάνει το θαύμα του. Σαν το παλιό, καλό κρασί, η ομορφιά της Μύριας κερδίζει σε σταθερότητα. Δυναμική παρουσία, ένας συνδυασμός ισπανικής φλόγας και ελληνικής γλύκας σε σκούρους, παλ τόνους, με πολύ αχνές αλλά διακριτές ασιάτικες επιρροές, ένα σύνολο που κερδίζει μέρα με την μέρα σε σταθερότητα και αρμονία. Πιο λεπτεπίλετο και ευθραυστο δέσιμο από αυτό μιας Jennifer Connely, με το ίδιο όμως βλέμμα και την ίδια αύρα έντονη γύρω της. Προβλέπω ότι σύντομα θα φτάσει σε ενα εντυπωσιακό ζενίθ, αλλά ήδη έχει φτάσει σε ένα στάδιο όπου κερδίζει εύκολα τις εντυπώσεις, σε ενα σημείο όπου δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτε.
9) Η Ιωάννα
Αν η Βιβή είναι συνώνυμη του εκρηκτικού ταπεραμέντου, τότε η Ιωάννα είναι συνώνυμη της ωμής δύναμης. Με ταλαιπώρησε αρκετά μέχρι να βρω έναν τρόπο να την περιγράψω, ώσπου στο player που έχω ανοίξει αυτή την στιγμή, άρχισε να παίζει το «Saviour» των Anggun. Αμέσως όλες οι απορίες μου λύθηκαν. Μια περσόνα βγαλμένη κατευθείαν από τα εξώφυλλα των Evanescence, ένας εντυπωσιακός συνδυασμός από πάγο και φωτιά, μια θύελλα αντιθέσεων, η Ιωάννα θαρρείς ότι ξεπήδησε από κάποιο υπόγειο άνδρο μιας πανίσχυρης dominatrix, έτοιμη να κατακρεουργήσει το ανυπεράσπιστο θύμα της χωρίς να ιδρώσει καν. Η Ιωάννα θα κινδύνευε να περάσει στο πάνθεον της τετριμμένης ομορφιάς, αν δεν σόκαρε με ακόμη μια αντίθεση, από τις εκατομμύρια αντιθέσεις που απαρτίζουν το εντυπωσιακό σύνολο: την πιο γλυκιά, την πιο παιδική, την πιο ανυπεράσπιστη φωνή του κόσμου!
10) Η Αναστασία
Κλείνω την λίστα με μια ανάμνηση. Η Αναστασία αποτελεί την τελευταία της δεκάδας κατά κάποιο τρόπο τιμής ένεκεν, όχι γιατί υπολείπεται σε ομορφιά και σε χαρακτήρα, αλλά γιατί αυτή η ομορφιά δίνει την αίσθηση του deja vu. Ήταν η πρώτη κοπέλα που με έμαθε τι σημαίνει πραγματικά να είσαι όμορφος, χωρίς μάσκες, χωρίς υποκρισίες και χωρίς εντυπωσιασμούς – κατά κάποιο τρόπο της χρωστάω ένα αξιόλογο ποσοστό της αναλυτικής μου σκέψης. Η Αναστασία παραμένει όμορφη γυναίκα, παρά τα δύο της παιδιά και τα δέκα σχεδόν χρόνια έγγαμου βίου. Τυπική ελληνίδα, με ισχυρές δόσεις ευαισθησίας και λεπτότητας, μια ομορφιά όμως που την ξεπερνάς σχετικά εύκολα. Αν μη τι άλλο, η ομορφιά της Αναστασίας θα υπάρχει πάντα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου σαν μια νοσταλγική μνήμη, και καθε φορά που την βλέπω μου αφήνει πάντα αυτή την γλυκόπικρη αίσθηση της ωραίας αλλά οριστικά χαμένης πρώτης φοράς.

Κι εδώ ολοκληρώνω το εγχείρημά μου, ελπίζωντας να πέτυχα τον σκοπό μου. Είναι πάντα ωραίο να ταξινομείς τις σκέψεις σου, να ξεκαθαρίζεις τα συναισθήματά σου, να σταχυολογείς και να ξεκαθαρίζεις όλα αυτά τα μικρά, μεγάλα πράγματα που αποτελούν τις σημαντικές λεπτομέρειες της ζωής σου. Οι όμορφες γυναίκες που υπάρχουν ή υπήρξαν στην ζωή μου, με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιαδήποτε θέση, μου έδωσαν εφόδια που κατά πολύ καθόρισαν το ποιός είμαι και το ποιός θα ήθελα να είμαι. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο από το να τις ευχαριστήσω.

Posted in προσωπικά | 4 Σχόλια »

Περί ομορφιάς – Νούμερο Δύο

Posted by geysser στο Ιουλίου 12, 2009

Όπως υποσχέθηκα, επιστρέφω σχετικά σύντομα, με την συνέχεια του post των ομορφότερων γυναικών που είχα την τύχη να γνωρίσω μέχρι τώρα. Θα σπάσω την λίστα σε δύο μέρη, οπότε θα ακολουθήσει ακόμη μια ανάρτηση πάνω στο θέμα.
Πριν ξεκινήσω, οφείλω να ομολογήσω ότι νοιώθω τυχερός που γνώρισα αυτές τις γυναίκες, αλλά και λίγο άτυχος, καθώς αναγκάζομαι να αφήσω μερικές έξω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπολείπονται σε ομορφιά. Επίσης, θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι: σκοπός μου δεν είναι να μετατρέψω το post σε παράρτημα του Mr. Lonely Heart. Έτσι, δεν θα δείτε ούτε φωτογραφίες, ούτε κάποιον τρόπο επικοινωνίας (αν και οι περισσότερες έχουν μια σταθερή και αρκετά αξιοπρεπή διαδικτυακή παρουσία). Σκοπός μου είναι να περιγράψω τα δικά μου standard ομορφιάς μέσα από παραδείγματα, δίνοντας περισσότερο βάρος στην προσωπική τους προστασία – και κατ’επέκταση, στην προστασία της όποιας σχέσης μπορεί να έχουμε. Με αυτά τα στοιχεία στο νου, και προσθέτωντας ότι η σειρά δεν είναι ιεραρχική, παίρνω μια βαθιά ανάσα κα ξεκινώ.

1) Η Ηρώ.
Ο θυμόσοφος ελληνικός λαός λέει ότι «αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει.» Στην περίπτωση της Ηρούς – η μόνη από την λίστα με την οποία έχουμε συγγένεια – θα μπορούσε να ισχύει, αλλά δεν είναι έτσι. Παρουσία και εμφάνιση αρχοντική, βγαλμένη από τις σελίδες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, η Ηρώ θα μπορούσε να είναι η Eowin του Αρχοντα των Δαχτυλιδιών, ή η Ανδρομάχη της Ιλιάδας. Ματ χρώματα σε γήινους τόνους, με ένα αλλοπρόσαλλο παιχνίδισμα χίππικης διάθεσης από τα 70’s να περιφέρεται, το ensemble φέρνει στο νου νότες από Leahy, Runrig και Hevia. Παρά την μια – προς το παρόν – γέννα (ναι, προκειται για μια ευτυχισμένη μητέρα!), ή ίσως εξαιτίας της, καταφέρνει να διατηρήσει την intellectual αυρα που πάντα την περιέβαλλε. Και δεν θεωρώ σύμπτωση που ένας από τους αγαπημένους της συγγραφείς είναι ο Tom Robbins.
2) Η Ράνια
Με την Ράνια βρισκόμαστε μπροστά σε μια κλασική περίπτωση βόρειας ομορφιάς συνδυασμένης με μια γενναία δόση μεσογειακής λάμψης. Με μια εμφάνιση που σε κάνει να νομίζεις ότι τα ανοιχτά χρώματα φτιαχτηκαν ειδικά γιαυτή, η Ράνια καταστρατηγεί όλους τους κανόνες των ελληνικών προτύπων και ζωντανεύει την όπερα των Nibelungen με τον ρόλο της Kriemhild κομμένο και ραμμένο πάνω της. Εξαιρετικά προσεγμένη, είναι μικροκαμωμένη αλλά καταφέρνει να κυριαρχεί με μια καθολικότητα που σπάνια την παραβλέπεις. Και πρέπει να προσθέσω και το κυρίαρχο στοιχείο της, αυτό που αν το προσέξεις, δεν ξεκολλάς: τα δίχρωμα μάτια της, το ένα πράσινο και το άλλο καφέ ανοιχτό!
3) Η Βίκυ
Τα πράγματα εδώ είναι ξεκάθαρα, αλλά λίγο παράξενα. Η Βίκυ δεν είναι η γυναίκα που θα προκαλέσει μποτιλιάρισμα στον δρόμο, σφυρίγματα θαυμασμού και σχόλια από λατίνους εραστές. Το σύνολο είναι κλασικό: σκούρα παλέττα με ανοιχτούς τόνους, κυρίως στο δέρμα, η παλιά, καλή, γαλλική συνταγή που υμνούν γυναίκες όπως η Marion Cotillard, η Anne Parillaud και η Audrey Totau, σταθερά δεμένη και με στιβαρότητα που αποτελεί εγγύηση για πολλά χρόνια. Ένα τέτοιο σύνολο θέλει τον χρόνο του, σαν ένα μπουκάλι Hennessy είκοσι ετών, πρέπει να αναπνεύσει και να αναπτυχθεί. Απο κει και πέρα, έχουμε μπροστά μας ένα υλικό έτοιμο για το καναβάτσο του Hopper και του Millet. Με ρεαλισμό, σοβαρότητα και την σοφία αιώνων, η Βίκυ είναι ένα σύνολο από άπειρες λεπτομέρειες που δεν μπορείς να ησυχάσεις αν δεν ανακαλύψεις. Αν ήταν ξανθιά, θα ήταν η Kate Blanchet ή η Kate Winslet, αλλά ευτυχώς που δεν είναι!
4) Η Έλλη
Κι εδώ έχουμε μια ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς η Ελλη είναι η μόνη από την λίστα την οποία δεν πρόκειται να ξαναδώ. Η μετακόμισή μου στέρησε το καφέ στο οποίο δούλευε, μαζί με την εντατική μελέτη της παρουσίας της, αλλά τα πέντε αυτά χρόνια ήταν αρκετα για να κερδίσει μια θέση εδώ. Σχεδόν δίδυμη περίπτωση με την Ράνια, αλλά πιο ανοιχτόχρωμη και αιθέρια, η Έλλη προσθέτει και την παιδικότητα στην παλέττα της. Η αύρα της λιγότερο στιβαρή και σταθερή από της Ράνιας, αλλά κυριαρχεί και γεμίζει τον χώρο με την ίδια αποτελεσματικότητα. Αν την συγκρίνουμε με την δίδυμη περίπτωση, η Έλλη υπερτερεί σε ένα σημείο: στην κίνησή της, η οποία είναι πιό ρέουσα, πιο απαλή και πιο γυναικεία απο της Ράνιας.
5) Η Αφροδίτη
Ίσως η πιο δύσκολη απόφασή μου, καθώς με την συγκεκριμένη έχουμε μεγαλώσει μαζί, και με τον αδελφό της είμαστε κολλητοί περισσότερο απ’ότι μπορώ να θυμηθώ. Η μουσική βιομηχανία καλείται εδώ να δώσει κάτι από το πλούσιο υλικό για την περιγραφή της συγκεκριμένης γυναίκας. Η πιο πολύχρωμη παρουσία της λίστας, με χρωματική γκάμα που καλύπτει σχεδόν όλο το ορατό φάσμα, η Αφροδίτη φιγουράρει αλλοτε σαν το alter ego της Miky Berenyi των Lush, άλλοτε σαν ένα φασματικό αντίγραφο της D’Arcy των Smashing Pumpkins, και πότε σαν ροκ περσόνα των αρχών των 80’s, δίπλα στην Johnette Napolitano. Πολύπλευρη παρουσία, ένας πραγματικός χαμαιλέοντας, έχει εντουτοις μια πραγματικότητα σχεδόν απτή, αδιαμφισβήτητη. Τώρα που το σκέφτομαι, καταλαβαίνω κάτι απλό: όμορφη ή όχι, με τα δικά μου πρότυπα ή όχι, ο πολύπλευρος χαρακτήρας της κάνει την παρουσία της στην λίστα σχεδόν επιτακτική.

Εδώ κλείνει η πρώτη πεντάδα. Θα ολοκληρώσω την λίστα στο επόμενο post, το οποίο δεν θα αργήσει να έρθει. Όσοι βρήκατε ενδιαφέρον το όλο εγχείρημα, λίγη υπομονή. Για τους υπόλοιπους, ο τελευταίος παρακαλείται να κλείσει την πόρτα.

Posted in προσωπικά | 2 Σχόλια »

The Raven

Posted by geysser στο Ιουνίου 28, 2009

Δεν ξέρω ακριβώς τι αποτέλεσε το έναυσμα για το σημερινό post, η αλήθεια είναι όμως ότι καιρό ήθελα να καταπιαστώ μαζί του. Γενικά είμαι άνθρωπος που του αρέσει η λογοτεχνία και η ποίηση, πάσχω όμως από την έλλειψη δύο σημαντικών προσόντων που θεωρώ – κατά την ταπεινή μου γνώμη, πάντα – σημαντικά, αν όχι ουσιώδη, για την κατανόηση και την εκτίμηση των δύο αυτών μορφών Τέχνης.
Το πρώτο είναι μια, κατά τα φαινόμενα, έμφυτη έλλειψη ευαισθησίας και ρομαντισμού. Χωρίς αυτά, είναι σχεδόν αδύντη η ταύτιση με τον κεντρικό χαρακτήρα και, κατ’επέκταση, με το κεντρικό θέμα του λογοτεχνικού δημιουργήματος ή του ποιήματος. Χάνεται έτσι η απόλαυση της ανάγνωσης – και η ανάγνωση, όσο υποτιμημένη και να είναι, αποτελεί πράξη ίσης αξίας με την συγγραφή.
Το δεύτερο είναι μια αδύναμη μνήμη, η οποία κατά καιρούς με ταλαιπώρησε σε πολλούς τομείς της ζωής μου. Στα σχολικά μου χρόνια, η συμμετοχή μου σε οποιαδήποτε σχολική εκδήλωση ήταν de facto αδύνατη, εξαιτίας ακριβώς της αδυναμίας του μυαλού μου να συγκρατήσει ταξινομημένες πληροφορίες – ενώ στις αταξινόμητες και χαοτικές πληροφορίες, κατά ειρωνικό τρόπο, τα πάω μια χαρά. Μοιραία λοιπόν, η κατανόηση και εκτίμηση, της ποίησης ειδικά, συναντά ανυπέρβλητα εμπόδια.
Φυσικά, οι κανόνες υπάρχουν για να έχουν και εξαιρέσεις. Και μια από αυτές, στο πεδίο της ποίησης, είναι το «Κοράκι», το κατά γενική ομολογία αριστούργημα του E.A.Poe. Μαζί με το «Song Of Wandering Angus» του αγαπημένου W.B.Yeats, είναι τα δύο ποιήματα που κατάφερα να μάθω απ’έξω, και μάλλον πρόκειται και για τα μοναδικά. Με το πρώτο θέλω να καταπιαστώ εδώ, μιά και το δεύτερο είναι λιγότερο γνωστό – αν και θεωρώ ότι δεν υπολείπεται σε ομορφιά και λυρικότητα, τόσο σε σύγκριση με το corpus του Yeats, όσο και γενικά με την παγκόσμια ποίηση του 19ου αι.
Καταρχήν, να ξεκαθαρίσω ότι το «Κοράκι» δείχνει την πραγματική του αξία στο πρωτότυπο. Όσο καλή μετάφραση και να πετύχετε – και έχω προσωπικά πετύχει πολλές αξιόλογες, καθώς και πολλές άθλιες – , με τίποτα δεν πρόκειται να εκτιμήσετε την αληθινή του ομορφιά και δύναμη αν το διαβάσετε στα ελληνικά. Σίγουρα ενδείκνυται μια καλή γνώση της αγγλικής (δεν λέω ότι είμαι απόφοιτος της Οξφόρδης αλλά ένα ρημαδο-Profficiency χρειάζεται) μια και το κείμενο σε πολλά σημεία υιοθετεί μια αρχαΐζουσα γλώσσα (επηρεασμένο, σύμφωνα με τον ίδιο τον Poe, από τον Charles Dickens, αλλά και από την Elizabeth Barret), αλλά αυτό που πραγματικά είναι εντυπωσιακό δεν είναι τόσο η πρακτική πλευρά της γλώσσας, αλλά το πως αυτή δένει με το μέτρο και με τον ρυθμό του ποιήματος. Γενικά ο Poe είναι λίγο αδύναμος στην ποίηση – θεωρώ κλάσης ανώτερα τα πεζά του και τις διατριβές του – αλλά εδώ πραγματικά δίνει ό,τι καλύτερο έχει, φτάνοντας σε σημεία που δεν έφτασε ούτε με τον «Arthur Gordon Pym», ούτε με το «Masque of The Red Death». Όσον αφορά το «Κοράκι», o Poe κέρδισε επάξια μια θέση ανάμεσα στους κορυφαίους χρήστες της αγγλικής γλώσσας, μαζί με τον James Joyce και τον Herman Melville.
Σε δεύτερο επίπεδο, η τελευταία στάντζα φέρνει δάκρυα στα μάτια. Δεν νομίζω ότι έχω ξανασυναντήσει ποιητή ή λογοτέχνη να αποδίδει με τέτοιο τρόπο την μοναξιά και την αίσθηση της απώλειας, την ψυχική κούραση και τον πόνο του θανάτου:

«And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting,
on the palid bust of Pallas, just above my chamber door.
And his eyes have all the seeming of a demon’s that is dreaming
and the lamplight o’er him streaming throws his shadows on the floor
and my soul from out that shadow that lies floating on the floor
shall be lifted-nevermore»

Ποτέ πια, λέει το κοράκι, και στον τελευταίο στίχο ο χαρακτήρας επιτέλους το καταλαβαίνει. Μερικές φορές, ότι και να γίνει, όσο και να προσπαθήσουμε, είναι όντως αργά – για ο,τιδήποτε. Παθών και ο ίδιος – η αγαπημένη του Virginia Clemm, η Lenore του ποιήματος, μονίμως άρρωστη και φιλάσθενη, θα πεθάνει δύο χρόνια αργότερα από φυματίωση, και ο ίδιος θα την ακολουθήσει λίγο μετά, στις 7 Οκτωβρίου 1849 – στο «Κοράκι» φαίνεται να εγκαταλείπει, τόσο τον κόσμο στον οποίο ζει όσο και τον κόσμο στον οποίο ελπίζει. Καταθέτει τα όπλα και παραδίδεται στο αναπόφευκτο τελος το οποίο, φυσικά, δεν αργεί. Απο τους Καταραμένους, ούτε ο Baudelaire, ούτε ο Byron, ούτε ο Shelley, καταφεραν να αποδώσουν την αίσθηση του ανθρώπου που, πραγματικά, κουράστηκε να ζει, τουλάχιστον όχι με την πρόζα που επιδεικνύει ο Poe στο «Κοράκι».
Όταν πρωτοδιάβασα το «Κοράκι», με πιάσανε τα κλάμματα. Μη γελάτε! Εγώ ο αναίσθητος και ο αντι-ρομαντικός, καθόμουν και έπνιγα τους λυγμούς μου σα μικρό παιδί, διαβάζοντας ξανά και ξανά την ομορφότερη αλλά και τραγικότερη ερωτική ιστορία που έχω διαβάσει ποτέ. Κανένα άλλο ποίημα δεν με επηρέασε τόσο πολύ και, πραγματικά, ένοιωσα μεγάλη έκπληξη όταν διαπίστωσα ότι μου είχε μείνει ανεξίτηλα στο μυαλό. Από τότε έχω προσπαθήσει να απομνημονεύσω κι άλλα – χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Oh, Captain, My Captain» του Walt Whitman. Μάταια.

Posted in προσωπικά | 4 Σχόλια »

Ton Ten Grave Songs…

Posted by geysser στο Απρίλιος 5, 2009

Λίγο μακάβριο το σημερινό post αλλά κάπως χιουμοριστικό και οξύμορο μέσα από την μαυρίλα του. Επηρεασμένος κι εγώ από το παγκόσμιο κλίμα των Tops – το οποίο έθιξα σε προηγούμενη ανάρτηση – και παρακινούμενος από αντίστοιχη βρετανική λίστα – ποιός θα δημοσίευε κάτι ανάλογο εκτός από τους Βρετανούς; – σας παραθέτω το δικό μου Top Ten, και σας προτρέπω να λάβετε μέρος. Top Ten Funeral Songs: Τα Δέκα Τραγούδια Που Θα Ήθελα Να Ακουστούν Στην Κηδεία Μου!

1)The Bright Side Of Life – Mody Python από το soundtrack του «Life Of Bryan.»
Για το τελευταίο στιχάκι του:»Just remember that the last laugh is on you.»

2)My Way-Paul Anka αλλά σε εκτέλεση του Sid Vicious.
Γιατί αποτελεί το απόλυτο «αντε γαμηθείτε» προς τον καθωσπρεπισμό.

3)Struggle For Pleasure – Wim Mertens από το soundtrack του «The Belly of an Architect»
Αν κάποιος γουστάρει να κλάψει αναπολώντας, τι καλύτερο;

4)The Whole of the Moon – Waterboys από το «This Is The Sea»
«Every precious dream and vision underneath the stars.»

5)The Eternal – Joy Division από το «Closer»
Αν δεν το έχετε ακούσει…μην το ακούσετε μεσάνυχτα.

6)Universe – Closer από το «Suddenly Comes…»
Γιατί καταλαβαίνω πόσο μικρός είμαι στην μεγαλοσύνη μου!

7)Paranoid Android – Radiohead από το «OK Computer»
Για το μαμάτο video clip.

8)Minas de Cobre- Calexico από το «The Black Light»
Γιατί τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε να συνοδεψει ένα ταξίδι με μια Plymouth.

9)Phantasmagoria In Two – Tim Buckley από το «Goodbye And Hallo»
Γιατί με φαντάζομαι σαν το Truman όταν κοιτάζει την φωτογραφία της Sylvia

10)J.O.S Days- Nits από το «In The Dutch Mountains»
Γιατί ήμουν κάποτε παιδί.

Μην υποθεσετε ότι έπαθα τίποτα!Μια χαρά είμαι! Λίγο χιούμορ όμως ποτέ δεν έβλαψε κανέναν, έστω και black, έστω και στις πιο δύσκολες στιγμές.

Υ.Γ: Και οπωσδήποτε θα πάρω μαζί μου το Silmarilion του Tolkien. Να’χω κάτι να διαβάζω εκει κάτω, στο καμίνι που θα με ρίξουν.

Posted in προσωπικά | 1 Comment »

Σοφός ο κόπανος ο Nietzsche

Posted by geysser στο Φεβρουαρίου 3, 2009

«Όταν κοιτάς την άβυσσο, τότε και η άβυσσος κοιτάει εσένα.»
Αμφίδρομη σχέση η καταστροφή. Η κατρακύκλα. Ο πάτος. Βλέπεις τα πάντα γύρω σου να καταρρέουν και μαζί τους καταρρέουν και τα σωθικά σου, το μυαλό σου. Τι δεν πήγε καλά; Τι σκατά έκανα λάθος; Γαμώτο, ούτε να γράψω δεν μπορώ! Ξεκινάς με όνειρα, με ελπίδες, με σχέδια, μόνο και μόνο για να δεις το καζανάκι να τα τραβάει όλα προς την χαβούζα. Πάπαλα! Μόρτο! Τέρμα! Και κάθεσαι σα μαλάκας, με ένα χαμόγελο μέχρι τ’αυτιά, σαν ευτυχισμένο γαϊδούρι που δεν ξέρει τι του γίνεται, και αναρωτιέσαι τι δεν πήγε καλά, λες και το να αναρωτιέσαι είναι δείγμα σοφίας. Τι δεν πήγε καλά με την δουλειά μου; Τι δεν πήγε καλά με την γυναίκα που αγάπησα; Τι δεν πήγε καλά με τους φίλους που με στηρίξανε; Γιατί φτάσαμε ως εδώ; Σκατά, φίλε μου. Όλα ατμός είναι. Σκόνη. Και κάθεσαι και αναρωτιέσαι! Τίποτα δεν πήγε στραβά φίλε μου! Εσύ είσαι ο στραβός! Δεν πάει στραβά ο γιαλός, εσύ στραβά αρμενίζεις!
Όταν κοιτάς την άβυσσο, τότε και η άβυσσος κοιτάει εσένα. Και στέκεσαι στο χείλος του γκρεμού και κοιτάς κάτω, στο βάθος, και θες να πέσεις, αλλά κάτι σε βαστάει, κάτι σε εμποδίζει, το βάθος είναι γοητευτικό, όμορφο, θαυμάσιο, θες να φτάσεις εκεί, να δεις τι υπάρχει στον πάτο, σε τραβάει, σε καλεί, σαν πουτάνα που ανοίγει τα πόδια της στον παρθένο, μην αναρωτιέσαι…πήδα!
Τι σε κρατάει; Η ελπίδα; Ποιά ελπίδα; Πάει αυτή. Μας τελειώσε. Έμεινε κλεισμένη στο κουτί της Πανδώρας. Ακούς την ψιλή φωνούλα της από μέσα αλλά κανένας δεν κάνει τον κόπο να της ανοίξει. Και περιμένουμε. Κι όμως, ακόμα περιμένουμε. Τι περιμένεις ρε κόπανε; Να πάρεις αύξηση; Να έρθει κοντά σου και να ξεχάσει όλα τ’αλλα; Να γίνεις ο σταρ, ο ήρωας, το πρόσωπο της ημέρας; Κάτσε κάτω και βούλωστο. Τίποτα δεν πρόκειται ν’αλλάξει. Παρ’το χαμπάρι.
Όταν κοιτάς την άβυσσο, τότε και η άβυσσος κοιτάει εσένα. Σοφός ο πούστης ο Nietzsche. Ξέρετε κάτι; Την κοίταξα την άβυσσο. Και για να πω την αλήθεια, τρόμαξα!

Posted in προσωπικά | 5 Σχόλια »

Το ημερολόγιο ενός αχρείου

Posted by geysser στο Δεκέμβριος 31, 2008

Τελευταίες ώρες του υπερδίσεκτου 2008, και κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή μου πρώτη φορά μετά από πέντε ημέρες πλήρους ψυχολογικής αποτοξίνωσης. Οι κοινωνικές υποχρεώσεις εκπληρώθηκαν, θέλω να πιστεύω, εις το ακέραιο, οι ευχές αντηλάχθησαν εκατέρωθεν, τα δώρα επιδώθηκαν, θαυμάστηκαν και καταχωρήθηκαν στο υποσυνείδητο των αποδεκτών. Κι ένα απο αυτά ήταν το δώρο που άναψε την σπίθα αυτού του post- αποδέκτης η αφεντιά μου.
Το πακέτο το οποίο παρέλαβα πρόδιδε αμέσως την φύση του περιεχομένου – κάποιο βιβλίο – αλλά όχι και τις λεπτομέρειες. Οι οποίες αποκαλύφθηκαν σε όλο τους το μεγαλείο αμέσως μόλις το περιτύλιγμα σκίστηκε προσεκτικά. Το είχα ανοίξει από την μεριά του οπισθοφύλλου αλλά και αυτό έφτανε. Το κειμενάκι που βρισκόταν εκτυπωμένο εκεί ξεκινούσε με μερικές λέξεις που έκαναν το μυστήριο να χαθεί με μιας: «Ο πολεμιστής του φωτός…» Ευθύς μια φράση απόγνωσης σχηματίστηκε στο μυαλό μου, μια φράση που, πιστεύω, καταμαρτυρεί με επώδυνη ακρίβεια την γνώμη που έχω για το συγκεκριμένο θέμα: Όχι πάλι Paulo Coelho!
Φυσικά δεν θα μπορούσα με τίποτα να κατακρίνω την συγκεκριμένη κοπέλα για την επιλογή της – ναι, κοπέλα είναι. Κανείς αρσενικός Νεάντερταλ έχων σώας τας φρένας και παρουσιάζων ένα ελάχιστο έστω ψήγμα αυτοσεβασμού, δεν θα επέλεγε κάτι τέτοιο. Αν μη τι άλλο, η γυναίκα μπήκε σε τόσο κόπο για να μου αγοράσει δώρο, για να μην συνυπολογίσουμε την ομορφιά της συγκεκριμένης κίνησης. Στην τελική ανάλυση, πρόκειται για ένα άτομο το οποίο υπεραγαπώ, οπότε μια άρνηση ή αρνητική αντίδραση από μέρους μου θα μπορούσε, δικαίως, να χαρακτηριστεί «γαϊδουριά» – και θέλω να πιστεύω ότι δεν ανήκω στις τάξεις αυτών των, συμπαθέστατων κατά τα άλλα, τετραπόδων. Προς τιμήν της, υποθέτω ότι ήξερε απ’έξω κι ανακατωτά τα γούστα μου – ενώ το αντίστροφο δεν ξέρω αν συμβαίνει – γιατί με ενημέρωσε ότι μπορεί άνετα να γίνει αλλαγή, πριν καν μου το δώσει. Όντας ενάντια στις αρχές μου να κάνω αλλαγές δώρων, επόμενο ήταν να μην σκεφτώ καν να κάνω χρήση του συγκεκριμένου δικαιώματος. Δέχτηκα λοιπόν το συγκεκριμένο δώρο, ευχαριστώντας την θερμά και ολόψυχα – κάτι το οποίο, γενικά, είμαι ανικανος να εκδηλώσω – και την στιγμή αυτή βρίσκεται δίπλα στο πληκτρολόγιό μου, καθώς γραφω αυτές τις γραμμές.
Ακολούθησε μια μικρή συζήτηση περί του συγκεκριμένου συγγραφέως, στην διάρκεια της οποίας δεν επέδειξα την πρέπουσα αυτοσυγκράτηση και της εξήγησα, ελπίζω χωρίς να την προσβάλλω, το πόσο απεχθής μου είναι ο εν λόγω κύριος. Η συζήτηση αυτή ήταν και το έναυσμα της παρούσας ανάρτησης.
Για να εξηγήσω κάποια πράγματα πριν προχωρήσω, το δώρο δεν είναι κάποιο βιβλίο του Paulo Coelho. Είναι μια ατζέντα – ελληνιστί ημερολόγιον – του 2009, θαυμάσια εικονογραφημένο από την Catalina Estrada, με τσιτάτα και αποσπάσματα του Coelho σε κάθε μηνα, οι οποίοι κατά κάποιον τρόπο αντιστοιχούν σε θεματικές ενότητες. Δεν μπόρεσα ακόμα να καταλάβω εαν υπάρχει κάποιος συσχετισμός μεταξύ του μήνα και του εκάστοτε αποσπάσματος και ίσως να μην υπάρχει κάν. Λόγου χάρη, ο Απρίλιος – ο μήνας των γενεθλίων μου – αντιστοιχεί στην ευχαρίστηση, και το απόσπασμα που τον ξεκινά είναι παρμένο από το «Έντεκα Λεπτά» του 2003. Προχωρώ όμως στους λόγους για τους οποίους ο κύριος αυτός μου προκαλεί αναταράξεις στο στομάχι.
Πρώτον και κύριον, είναι το στυλ γραφής του. Αντίθετα από το γενικότερο ρεύμα της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας – Marquez, Alliente, ο πρόσφατος Andahazi κ.α – όπου κυριαρχεί μια θλιμμένη λυρικότητα, ο κύριος Coelho αποπνέει μια απίστευτη ματαιοδοξία, η οποία λανθασμένα εκλαμβάνεται ως ρομαντική αισιοδοξία. Κλασικό δείγμα αυτού του φαινομένου η πασίγνωστη ατάκα-απόφθεγμα από τον «Αλχημιστή» («Όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, όλο το Σύμπαν συνομωτεί για να το αποκτήσεις») καθώς και οι αμέτρητες παραλλαγές της, ευαγγέλιο στο στόμα των απανταχού αισιόδοξων. Δυστυχώς ή ευτυχώς, τόσο για τον ίδιο όσο και για τους φανατικούς αναγνώστες του, το Σύμπαν όχι μόνο δεν δίνει δεκάρα για το τι επιθυμούμε, αλλά και μερικές φορές φαίνεται να πράττει το άκρως αντίθετο (φαινόμενο που μου έδωσε κάποτε την ευκαιρία να δημιουργήσω το δικό μου απόφθεγμα, του οποίου όμως την πατρότητα δεν διεκδικώ φορτικά: Όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, όλο το Σύμπαν συνομωτεί για να το αποκτήσει οποιοσδήποτε άλλος). Τι υπέρμετρη ματαιοδοξία όμως, από πλευράς του κυρίου Coelho, τι αβασάνιστος ναρκισσισμός, να πιστεύεις ότι είσαι το κέντρο του Σύμπαντος; Και τι επικίνδυνο να υιοθετείς ανάλογη στάση στην ζωή σου;
Δεύτερον, είναι η στάση του προς το κοινό του. Ο μαγικός νεορεαλισμός της Λατινικής Αμερικής που τόσο τίμησαν πολλοί συγγραφείς, έχει τραβήξει τα πάνδεινα στα χέρια του κυρίου Coelho. Μασκαρεύοντας τον με ρομαντισμό, ολίγη ψυχολογία και μπόλικη δόση υπερβατικού διαλογισμού και υπερφυσικού, καταλήγει σε αυτό που περιγράφω σαν «Castaneda χωρίς τους αμανίτες», ένα νερόβραστο και αηδιαστικά δακρύβρεχτο μείγμα που ταιριάζει περισσότερο στις προθήκες με τα Arlekin παρά στα γραπτά σοβαρών λογοτεχνικών αναλυτών. Κι όμως πιάνει! Δεν αποτελεί βέβαια μυστήριο που το γυναικείο κοινό του είναι αυτό που πραγματικά πίνει νερό στο όνομα του κάθε ευφυούς μπουρδολογήματος που θα σκεφτεί να λανσάρει ο Βραζιλιάνος συγγραφέας – πραγματικά, δεν έχω γνωρίσει καμία γυναίκα που να μην χρησιμοποιήσει κάτι δικό του όταν θέλει να κάνει επίδειξη πνεύματος και λογοτεχνικής παιδείας. Υπάρχει εξήγηση: οι άντρες, ως λιγότερο ανεπτυγμένοι και ευαίσθητοι, διατηρούμε ακόμη ισχυρές άμυνες ενάντια στην λογοτεχνία του Πρωινού Καφέ. Αντίθετα, τα θηλυκά του είδους μας, ανίσχυρα ίσως απέναντι στο μητρικό φίλτρο που αναπόφευκτα θα τις καταβάλλει, είναι πιό επιρρεπείς στον ρομαντισμό και στην φιλοσοφία του μπουντουάρ.
Τρίτον και τελευταίο, το «φαινόμενο Coelho», δίχως άλλο αποτέλεσμα έξυπνου μάρκετινγκ και ευφυούς κατανόησης των καταναλωτικών αναγκών του αγοραστικού κοινού. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την εποχή που πρωτοβγήκε το «Στις όχθες του ποταμού Πιέντρα κάθησα και έκλαψα»- μα τους Θεούς της Λογοτεχνίας, τι ματαιόδοξος και αηδιαστικός τίτλος είναι αυτός;;; Το συγκεκριμένο πόνημα εκθειάστηκε πριν καν βγει, ολοσέλιδες κριτικές γέμισαν τις εφημερίδες, τόσο τις εγχώριες όσο και τις παγκόσμιες, διθύραμβοι αντήχησαν σε κάθε γωνιά του κόσμου της λογοτεχνικής κριτικής.Κι όλα αυτά για την γλυκανάλατη ερωτική ιστορία της Pilar και του highschool sweetheart της, νυν σαμάνου και ψυχοθεραπευτή – διάβαζε κομπογιαννίτη – που την τραβολογάει στα βουνά για να βρουν το νόημα της ζωής. Ξεκίνησα το βιβλίο με μια αίσθηση ματαιότητας και το τελείωσα βασανιστικά και με μια ανακατωσούρα στα έντερα. Κι από νόημα της ζωής, ούτε λέξη. Και τι να πει κανείς για εκείνο το βδέλυγμα το «Εγχειρίδιο του Πολεμιστή του Φωτός»;
Όταν παραλαμβάνει κανείς ένα δώρο, επι οποιαδήποτε ευκαιρία, το πρέπον είναι να το δεχτείς. Ειλικρινά εκτιμώ την κίνηση όταν γίνεται, και προσπαθώ να το ανταποδώσω όταν δωθεί η κατάλληλη ευκαιρία. Στην περίπτωση αυτή, ελπίζω να έπραξα ορθώς και να μην προσέβαλλα την κοπέλα που είχε την καλοσύνη να μπει στον κόπο. Παράλληλα, διατηρώ στο ακέραιο την απέχθειά μου για τον εν λόγω κύριο και, για να εκφραστώ κομψά, τον γράφω στα παλαιότερα των υποδημάτων μου. Το δώρο το οποίο έλαβα έχει χρηστική αξία καθώς και ηθική – καθώς, όπως εξήγησα,προέρχεται από άτομο το οποίο θαυμάζω – και εκεί μένω. Και, κυρίως, μου έδωσε το έναυσμα να επιστρέψω στο blog μου και να του προσθέσω ακόμη ένα post, κάτι το οποίο, ειλικρινά, μου είχε λείψει.

Posted in προσωπικά | 11 Σχόλια »

Περί Δαιμονίων και άλλων Ερώτων

Posted by geysser στο Νοέμβριος 27, 2008

Όσοι από τους κατοίκους της ελληνικής blogo-σφαιρας κάνουν τον κόπο να παιρνούν τακτικά από δω – και κάνουν τον κόπο να διαβάσουν κάτι από αυτά που κατεβάζω από το κεφάλι μου – μπορεί να θυμούνται ένα από τα πρώτα μου post, σχετικά με κείνο το μπάσταρδο, τον Έρωτα. Ίσως είναι εμφανής η αντιπάθειά μου στο πρόσωπο του, ίσως όχι. Αυτό το post αποτελεί, την κατά κάποιο τρόπο, συνέχειά του και μια ακόμα απέλπιδα προσπάθεια να ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου μαζί του.
Γενικά, ο Έρωτας αγαπιέται. Είναι επιθυμητός, μάλλον σε όλους. Φορώντας αυτό το επαίσχυντο προσωπείο του ρομαντισμού και της «ευφορίας ψυχής», έχει καταφέρει να κερδίσει πόντους και να εξυψωθεί στο υπέρτατο αγαθό. Έχει καταφέρει να συνδεθεί και με το μόνο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης που είναι αγαπητό σε όλους: το σεξ και την γενετήσια πράξη. Vae Victis όμως, κατα την ιαχή του Βρέννου κατακτητή! Μόλις γραπωθεί για τα καλά στις νευρικές απολήξεις του θύματος, παραλύει την σκέψη, ισοπεδώνει την μνήμη, καταρρακώνει την προσωπικότητα και την ατομικότητα, καταβροχθίζει τους στόχους και τα όνειρα. σαν παράσιτο ρουφάει το κάθε τι ανθρώπινο, και μετατρέπει το θύμα του σε ένα άβουλο, νεκρό κέλυφος, με μια και μόνη επιθυμία, ένα και μόνο σκοπό: να βρεθεί κοντά στο αντικείμενο του πόθου του. Σιγά σιγά , μέρα με την μέρα, ώρα με την ώρα, το κάθε τι χάνεται, εξαφανίζεται, εξαλείφεται με τρόπο αδυσώπητο και οριστικό, και το μόνο που μένει είναι ο πόθος, η επιθυμία, η αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Κι αμέσως μετά τα νεύρα γίνονται ακορντεόν.
Ω, ναι! Βλέπω ήδη το εξαγριωμένο πλήθος να συγκεντρώνεται! Μην πυροβολείτε τον πιανίστα, αγαπητοί συνάνθρωποι! Κι αν ο διψών για αίμα ερωτοχτυπημένος όχλος ζητά ομοφώνως την καταδίκη μου στην πυρά, γιατί τόλμησα να ξεσκεπάσω αυτόν τον αχρείο μασκαρά, αυτόν τον γελοίο υποκριτή, αυτόν τον αίσχυστο φαρσέρ που διασκεδάζει με το να καταρρακώνει αθώα πλάσματα, επειδή έπεδειξα το θράσος να παραβιάσω το Άβατον, να εισχωρήσω στα Άγια των Αγίων, να αμφισβητήσω το Αλάθητο, ακούστε την τελευταία συμβουλή του πιανίστα.
Μην ερωτεύεστε! Αγαπήστε! Ο Ερωτας κρίνεται ακατάλληλος για την ψυχική υγεία!

Posted in προσωπικά | 23 Σχόλια »